Ἀρχεῖο | Ἰουνίου 2012

free and safe

by Angela Zanté

feel free and safe within a crowd-

though don’t need a pimp around-

f@ck up any advice-

for the old device-

lions, snakes and monkeys are in this zoo-

talk only to eagles to fly me through.

Don’t play caring,  lay on your lies-

freedom and happiness aRe for the butterflies  ƸӜƷ

Vision

(extrait)

par Marie Noël

 

 

Quand le soleil et l’ horizon

S’enfuiront…quand de la maison

Sortiront l’ heure et la maison ;

—————-

Quand la fenêtre sur la cour

S’ éteindra… quand après le jour

S’ éteindra la lampe à son tour ;

—————-

Quand, sans pouvoir la rallumer,

Tous ceux que  j’avais pour m’ aimer

Laisseront la nuit m’ enfermer ;

—————-

Quand leur voix, murmure indistinct,

M’ abandonnant à mon destin,

S’ évanouiront dans le lointain ;

—————-

Quand cherchant en vain mon salut

Dans un son je n’ entendrai plus

Qu’ au loin un silence confus ;

—————-

Quand le froid entre mes draps chauds

Se glissera jusqu’ à mes os

Et saisira mes pieds déchaux ;

—————-

Quand mon souffle contre un poids sourd

Se débattra… restera court

Sans pouvoir soulever l’ air lourd ;

—————-

Quand la mort comme un assassin

Qui précipite son dessein

S’ agenouillera sur mon sein ;

—————-

Quand des doigts presseront mon cou,

Quand de mon corps mon  esprit fou

Jaillira sans savoir jusq’où…

—————-

Alors, pour traverser la nuit, comme une femme

Emporte son enfant endormie, ô mon Dieu,

Tu me prendras, tu m’ emporteras au milieu

Du ciel splendide en ta demeure où peu à peu

Le matin éternel réveillera mon âme.

Όραμα

(απόσπασμα)

της Marie Noël,

μετάφραση Αγγελικής Ζαντέ

Όταν ο ήλιος κι ο ορίζοντας

από το σπίτι δραπετεύσει

η ώρα κι η εποχή ξεπορτίσει,

—————-

Όταν το παράθυρο της αυλής χαθεί…

κι η ημέρα σβήσει

με τη σειρά της κι η λάμπα…θα σβήσει

—————-

Όταν, όντας ανήμπορη πια τη λάμπα να ξανανάψω πλέον,

Όλα όσα  είχα για  να μ’ αγαπάτε δέον

Στη νύχτα  ν’αναθέσουν τον εγκλεισμό μου χρέον,

—————-

Όταν οι φωνές τους, συγκεχυμένα  θα μουρμουρίζουν,

Και στη μοίρα μου  θα μ’εγκαταλείπουν,

Αυτές οι ίδιες στο βάθος θ’ αχνοσβήνουν,

—————-

Όταν ψάχνοντας μάταια για τη λύτρωσή μου ον

Μέσα σ’έναν ήχο  που δε θ’ακούω  πλέον

Μιας συγκεχυμένης γαλήνης από μακρέον,

—————-

Όταν το κρύο στα ζεστά μου σεντόνια διεισδύσει

Και μέχρι στα οστά μου γλιστρήσει

Και τα γυμνά μου τα πόδια τότε θα κρατήσει,

—————-

Όταν η αναπνοή μου αντίθετα προς ένα φορτίο που αρνείται να υπακούσει

Θα είναι σύντομη  και θ’ αγωνισθεί …

Χωρίς να είναι σε θέση τον επίμοχθο αέρα να σηκώσει,

—————-

Όταν ο θάνατος ως δολοφόνος μου

Που εφαρμόζει το σχέδιό του πάνω μου

Θα γονατίσει στο στήθος μου,

—————-

Όταν τα δάχτυλα θα πιέσουν το λαιμό μου,

Και απ΄το σώμα μου θα ξεχύνεται τ’ ανόητο πνεύμα μου

Χωρίς να γνωρίζω μέχρι πού…

—————-

Τότε, για να διαβώ τη νύχτα, σαν μια γυναίκα ναι!

Που μεταφέρει το κοιμισμένο της  παιδί, ω!  Θεέ μου,

Πάρε με, και  σιγά-σιγά  καθοδήγησέ με

Στην λαμπρή ουράνια κατοικία σου

Ναι! Τ’ αμάραντα πρωινά θα ξυπνούνε τη ψυχή μου.

A battle cry of a premature suffocation

by Maria Theofilakou, poetic collection ΑΝ(ΩΝ)ΥΜΑ

translated by Angela Zanté

On the rocks the nice amulet
and my hope
On the rocks

In the city they ‘re selling new

In the wave  it’s openly sung
the lay waste of the young blood
in the wave

On the shore songs remain silent

In our inmost  times reap!
Each inconvenient truth
In our inmost

Magicians are after me with nets

In shallows my stars dry
of insomnia and contumacy ardour

Night will never be the same again.

Ιαχή μιας πρόωρης ασφυξίας

της Μαρίας Θεοφιλάκου  από την ποιητική της συλλογή ΑΝ(ΩΝ)ΥΜΑ

Στα βράχια το ωραίο φυλαχτό

κι η ελπίδα μου

Στα βράχια

Στην πόλη πουλάνε καινούργια

Στο κύμα ανοιχτά τραγουδιέται

της νιότης που ρημάζουν το αίμα

Στο κύμα

Στην όχθη σιωπούν τα τραγούδια

Στο μυχό μας θερίζουν καιροί!

Κάθε μια άβολη αλήθεια

Στο μυχό μας

Ξοπίσω μου οι μάγοι με δίχτυα

Στα ρηχά στεγνώνετε αστέρια μου

της ζέσης αγρύπνια

κι απείθεια

Ποτέ πια ίδια η νύχτα

Beethoven sonata no.26

της Αγγελικής Ζαντέ

 

Μέρος 1ο: Η απουσία

Η φωνή μου ήταν η φωνή του μαυροκόρακα,

που για χρόνια έκρωζε,

κι ήταν αληθινή αλλά εφιαλτική!

Τόσο; Ναι τόοσο.

Τόσο που οι “φίλοι” κλείναν τα “παράθυρα”.

Αχ!

————————————————————-

Μέρος 2ο:Το αποχαιρετιστήριο

Τώρα που η πραγματικότητα είναι εφιαλτική,

ο μαυροκόρακας,

“έγινε” γλυκόλαλο αηδόνι που πετάει σ΄ άλλη γη.

Οι χθεσινοί “φίλοι” ξύπνησαν

κι άνοιξαν τα “παράθυρα”. Λες;

Αχ!

————————————————————-

Μέρος 3ο: Ο φραγμός

Ακούν τους παπαγάλους κι αναγουλιάζουν.

Μα περισσότερο θλίβονται

που οι ίδιοι είναι μες το κλουβί

κι “οι παπαγάλοι” ελεύθεροι απέξω.

Αχ!

The Fool

by Maria Polydouri

translated by Angela Zanté

A fool was sitting at the entrance

the night tonight and was talking,

talking hastily and when he was resting

once, smiling thoughtfully.

————–

Talking about knowledge, calling it

the first peoples affection.

“But I will speak tonight even if they’re going to tie me,

I know the secrets of the Holy Land!

————–
“I know on and on secrets and

will fearlessly shout them out again.

Ah, I’ve been a fool so long to remain silent

and these have weighed down on my head.

————–

“My friend, you’ll be a burden if you’re just

a chatterer without substance.

See to be the most dangerous

and find your own courage.

————–

“How to be gracious and consequently enjoy,

with emotion and filotimia…

Wait for death

and faint instead.

————–

“Did you see

the wretched cicada died of frankness yesterday.

it’s truly and persistently talking about these

and we thought it grumbled.

————–
“At the end it popped out of politeness

And solemnly rolled in the ground …

Vicious Hey, you ‘ll never close

my villainous mouth! ”

————–
Also, he’s talking about these so calm

so sweet as his gaze’s been enlightening,

laughing suddenly and so cheerfully

as if his heart were made of joy!

Ο Τρελλός

της Μαρίας Πολυδούρη

Ἕνας τρελλὸς καθότανε στὴν εἴσοδο
τὴ νύχτα ἀπόψε καὶ μιλοῦσε,
μιλοῦσε βιαστικὰ κι᾿ ὅταν ἀπόσταινε
κάποτε, σκεφτικὰ χαμογελοῦσε.

Μιλοῦσε γιὰ τὴ γνώση, τὴν ὀνόμαζε
τὴν πρώτη ἀδυναμία τῶν ἀνθρώπων.
«Μὰ θὰ μιλήσω ἀπόψε κι᾿ ἂς μὲ δέσουνε,
ξέρω τὰ μυστικὰ τῶν ἅγιων τόπων!

»Ξέρω ὅλο μυστικὰ καὶ γύρω μου ἄφοβα
θὰ τὰ βροντοφωνήσω πάλι.
Α, ἤμουν τρελλὸς τόσον καιρὸ ποὺ σώπαινα
κι᾿ αὐτὰ μοὔχουν βαρύνει τὸ κεφάλι.

»Φίλε μου νἆσαι ἁπλῶς πολυλογάς
χωρὶς οὐσία, θἆσαι βάρος.
Φρόντιζε νἆσαι ὁ πιὸ ἐπικίνδυνος
καὶ μόνος σου νὰ παίρνῃς θάρρος.

»Νἄχῃς καρδιὰ κι᾿ ὅλο νὰ εὐφραίνεται
μ᾿ αἴσθημα καὶ φιλοτιμία,
εἶνε… νὰ καρτερᾶς τὸ θάνατο
καὶ νἄρθη μία λιποθυμία!!!

»Εἶδες ὁ φουκαρὰς ὁ τζίτζικας
ψόφησε ἐχτὲς ἀπὸ εἰλικρίνεια.
Τὰ λέγε ἀληθινὰ κ᾿ ἐπίμονα
καὶ μεῖς τὰ παίρναμε γιὰ γκρίνια.

»Στὸ τέλος ἔσκασε ἀπὸ εὐγένεια
κ᾿ ἐπίσημα κυλίστηκε στὸ χῶμα…
Α φαῦλοι, δὲ θὰ μοῦ τὸ κλείσετε
ποτὲ τ᾿ ἀχρεῖο μου τὸ στόμα!»

Καὶ τἄλεγε τόσο ἤρεμα
τόσο γλυκὰ ἡ ματιά του ἐφωτοβόλει,
γελοῦσε ξαφνικὰ κ᾿ ἔτσι χαρούμενα
σὰ νἄταν ἡ καρδιά του περιβόλι!