Ἀρχεῖο | Ὀκτωβρίου 2012

Ἡ Χρυσόφρυδη

του Ἄγγελου Σικελιανοῦ

Χρυσόφρυδη· σὲ κέρδισα
στορώντας παραμύθια,
ἀκοίμητος νυχτόημερα,
στὴ γλαυκομάτα ἀλήθεια·
ποῦ ἔστησε αὐτὶ προσεχτικό,
στὸ μέτωπό μου ἐκάρφωσε
τὰ μάτια της ἀσάλευτα,
ἐκεῖ ποὺ φλέβες δυὸ
σμίγουν τὴ βρύση τῆς φωτιᾶς
μὲ τῆς πηγῆς τὸ κρύο·
ποὺ χαμογέλασε βαθιά
κ᾿ εἶπε: «Ὦ καλέ, πῶς χαίρονται
τὰ φρένα μου, ἡ ψυχή σου
τὴν κλήρα ποὺ ἀκολούθησε
– κ᾿ εἶναι βαθιὰ δική σου –
τοῦ ἀσύγκριτου ἄντρα ποὺ ἤτανε
σ᾿ ὅλα βαρύς, μεγάλος,
στὴν πράξη ἦταν πολύγνωμος,
στὸ μύθο ὡς κανεὶς ἄλλος!»

Τῶν ἀντρειωμένων ὄνειρο,
χρυσόφρυδη, σὲ κέρδισα,
κι ἄλλος δὲν εἶναι βύθος,
σ᾿ ἕνανε νοῦν ἐλεύτερο
ποὺ ἀπάνω-ἀπάνω θρέφεται
στὴν πλάση, ὅσον ὁ μύθος
γλυκός: τὸ δέντρο τὸ ἠχηρό,
ποὺ ξεκρεμάει καὶ βάνει
– ὢ πλάτανος χιλιόχρονος! –
τὸ κρύο φλασκί του ὁ πιστικός,
ὁ ἀργάτης τὴ φλοκάτα του,
τὸ θρέφει πάντα ὁ κεραυνός,
σειέται στὸ θρό του ὁ οὐρανός,
καὶ πάντα ρίζες πιάνει.

Χρυσόφρυδη· σὲ κέρδισα
μὲ μάγια καὶ πλανέματα
πολλὰ καὶ παραμύθια.
Στὸ χάδι ἐπαραδόθηκες
τὸ ἀντρίκειο· σοῦ ἐξεκούμπωσα
τὴ ζώνη, καὶ τὰ στήθια
ἀκόμα σου ἦταν ἄγουρα·
δὲν πήδησεν ἡ στάλα
– σημάδι ὑγειᾶς ἀλάθευτον –
ποὺ θὰ μᾶς θρέψει ἕναν ὑγιὸ
μὲ τῆς ἀντρείας τὸ γάλα.

Καὶ πιὰ δὲ σ᾿ ἄγγιξα. Ἔμεινα,
κι ἀκούμπησα στὰ γόνατα
τ᾿ ὁλόδροσο κεφάλι·
τὰ μάτια μου ἐδιαβαίνανε
τῆς πλάσης τὸ κρουστάλλι,
ἢ σιωπηλὸς ἐκοίταζα,
σὲ μιὰ βαθιὰ ἀναγάλλια,
τὸ χέρι σου ὡς ἐτίναζε
μ᾿ ἕνα μεγάλο σάλεμα
τὰ θεοτικά, ὢ θαμπώματα!
μαλλιά σου ὡς στ᾿ ἀστραγάλια.

K᾿ ἔβλεπα, πάντα σιωπηλός,
στὴν ἀκατάφλογη φωτιὰ
τὸ θεῖο κορμὶ νὰ ντύνεις,
ποὺ ἀκοῦς τὸ τρίσβαθο ὄνειρο
νὰ λαχταράει στὰ σπλάχνα σου,
κι ἀπὸ τὸ κλάμα, τῆς χαρᾶς
ποὺ κλαῖς, διψᾶς καὶ πίνεις!

Χρυσόφρυδη, χρυσόφρυδη,
ὦ κρύα κερύθρα ἀμαύλιστη,
σὲ μιᾶς κορφῆς κλεισμένη
τὴν ἀγερόχρωμη σπηλιά,
ἀπὸ θυμάρι, ἀπὸ λυγιὰ
καὶ δρόσο μαζεμένη!

Τὴν κρύα κορφὴν ἀνέβηκα,
μὲ μπόρες καὶ μὲ χιόνι,
μὲ καλοσύνες τρίσβαθες,
τόσο ἀλαφρὸς καὶ διάφωτος
πὄλεα τὰ κρύα μου τὰ νεφρὰ
πὼς ὁ οὐρανὸς τὰ ζώνει.

Κι ὅλα τὰ φίδια ἐγήτεψα
ποὺ ἡ ἄνοιξη μὲ πότισε,
καὶ τὰ πουλιὰ τῆς πλάσης.
Ὦ πλάση, κι ἀπὸ ποιὸ πουλὶ
μπορεῖς νὰ μὲ γελάσεις,
ποὺ τῆς φωνῆς τους μάζωξα
σ᾿ ἕνα γυαλὶ τὴ στάλα
σὰ δάκρυο τῆς κληματαριᾶς,
σὰν πεύκου ἡ κέδρου δάκρυσμα,
κι ἀνέβηκα ὅλη τοῦ βουνοῦ,
ζητώντας σᾶς, τὴ σκάλα !
Τῆς στεφανούδας τὸν ψιλὸν ἀχό,
τὸ ἀνάριο λάλημα,
τὴ γαληνὴ ἀνυφάντρα,
ὅλα, ἀπ᾿ τ᾿ ἀηδόνια τ᾿ ἄκουσα
ὡς τὴ γοργὴ γαλιάντρα,
ὡς τ᾿ ἄγριο τ᾿ ἀχνοπράσινου
τοῦ ἀτσάραντου μεθύσι,
ποὺ τὸ λαρύγγι, ἀπ᾿ τὸ βαθὺ
κι ἀκράτητον ἀνάβρυσμα,
λογιάζεις πὼς θὰ σκίσει!

Ὅλη τη σκάλα τῶν πουλιῶν,
ὁποῦ περνάει σὰ σύννεφο,
σὰν πέπλος ἀριαπλώνεται,
μαζώνεται καὶ χύνεται
σαγίτες στὸν ἀέρα·
ὅλη τὴν ἀνεμόσκαλα.
Ἴσαμ᾿ ἐσέ, ὦ κορφόσκαλο,
ἴσαμ᾿ ἐσέ, ὦ φλογέρα !

Γιὰ ν᾿ ἀνεβῶ τὴν κρύα κορφὴ
– ὦ κρύα τοῦ πόθου ῥεῖθρα ! –
γιὰ σένανε, ὦ ἀμαύλιστη
τοῦ βράχου κρύα κερήθρα,
ποὺ σπᾶς τὰ δόντια σὰ γυαλὶ
ἀπ᾿ τὴν πολλὴ τὴν κρυάδα
– μὰ τὰ δικά μου ἀστράψανε
σὲ ὑπέρλευκο χαμόγελο,
κ᾿ ἔλαμψεν, ὡς σὲ γεύτηκε,
διπλᾶ ἡ λευκὴ λαμπράδα.
Σὰν τὸ χαλίκι ὁποῦ μακριὰ
ἀπὸ τὸ πέλαο σβήνει,
μά, μέσα, λάμπει, δείχνεται,
τὴν ἀστραψιά του χύνει…

Μεγαλομάτα· ἕναν ὑγιὸ
νὰ δώσω σου ὀνειρεύομαι,
κι ὁ πόθος ποὺ μὲ ζώνει
μοῦ σφίγγει γύρα τὰ νεφρά

σὰν πάγος καὶ σὰ χιόνι.

Χρυσόφρυδη· ἄσε στ᾿ ὄνειρο
τὸ νοῦ μου νὰ βυθίσω,
στὰ γόνατά σου γέρνοντας·
ἄσε τὸ μῆλο τοῦ Μαγιοῦ
στὸν ἥλιο νὰ γυρίσω,
σὰν παπαρούνα κόκκινο
νὰ γένει, καὶ ν᾿ ἀρχίσει
μέσα του ἡ σάρκα ἀνάλαφρα
νὰ δέσει καὶ ν᾿ ἀφρίσει !
νὰ δέσει ἀπὸ τὰ στήθια σου
σὰ στὸ σταφύλι ἡ ρώγα,
κι ὡστόσο, βασιλόθωρη,
ἀπὸ τὸ ῥόδι ποὺ ἄνοιξα
τὸ μέγα, τὰ ῥουμπίνια του
νὰ δείξει, ἀσταχολόγα!

Καὶ χαμογέλα! Τὸ κορμὶ
στὸν πόθο ἂς γένει διάφωτο,
σὰν τὰ σπειριά του μέσα
καὶ τὸ αἷμα ἂς λάμπει καθαρό
σὰν τοῦ ροδιοῦ, τὴ σάρκα σου
σὰν τὸ κρουστάλλι διάφωτη
νὰ φέγγει σου ἡ ἀνέσα.

Νὰ σμίγει ὅπως στὸν ξάστερο
γιαλὸ τὸ ἀγέρι μέσα σου,
ποὺ τρίσβαθα ἀνασαίνει.
Κάτου κοιτᾶς, κι ἀπ᾿ τὸ βυθό,
καθὼς κοιτᾶς, ἡ ἀνάσα σου
στὸ νοῦ βαθιὰ ἀνεβαίνει…

Καὶ πῆρα στῆς χρυσόφρυδης
τὰ γόνατα τὸ ἀλάφρωμα
τοῦ ὀνείρου· κ᾿ ἦταν ξάστερο
τὸ κρύο γλαυκὸ ἀπὸ πάνω μου,
ἤτανε γύρα μου ὁ γιαλὸς
κι ὁ οὐρανὸς καὶ τὰ βουνά,
καὶ μέσα μου· κι ἀρχίνησε
βαθιὰ ἡ καρδιὰ ν᾿ ἀλλάξει,
ποὺ ἄκουσα ξάφνου τὴ βροντὴ
τὴ γνώριμη ποὺ ἐκύλησε,
κ᾿ εἶπεν: «Ὦ ἀλαφροΐσκιωτε,
σηκώσου· ἐσὺ τὸ σάρκωσες
τὸ τάμα – καὶ καρδιὰ καὶ νοῦς –
κ᾿ ἐσὺ τό ῾χεις ἀδράξει.
Ποιὸς ἀντρειωμένος θὰ στηθεῖ
καὶ θὰ τὸ δέσει ὁλόφωτο
σὲ Λόγο καὶ σὲ Πράξη;»

Καὶ ξύπνησα. Μοῦ φάνηκεν
ὅλος σὰν πνέμα ὁ οὐρανός,
κι ἀπάντησα: «Τὴ γέννα μου,
στὰ κρύα βουνὰ τὴν κήρυξες
καὶ στὴ μεγάλη πλάση.
Ἂν εἶμ᾿ ὁ ἀλαφροΐσκιωτος,
καὶ μέσα μου ἡ ἀστροφεγγιὰ
τῆς γῆς ἔχει γελάσει,
κράξε· ἀλαφριά, ὦ πανάρχαιον
αἰώνιον πνέμα, μέσα μου
ἀκόμα εἶν᾿ ἡ ὁρμή μου·
μὲ τὴ ζωὴ ἂν μὲ μάγεψες
καὶ μὲ καλεῖς ψηλότερα,
ἐδῶ εἶναι τὸ κορμί μου!

Ἐμέ, ἀγριοπερίστερον
εἶν᾿ ἡ ἀθωότη μου· κι ὁ ἀϊτὸς
τὴν ξέρει καὶ τὴ χαίρεται.
K᾿ ἔχω ἀγναντέψει πάλι,
ν᾿ ἀράξω τὶς φτεροῦγες μου,
νὰ γαληνέψω, μιὰ βαθιὰν
ὁλόφωτην ἀβάλη.

Θέλω ἀπὸ κεῖ – καὶ τὰ νεφρὰ
σφιχτότερα θὰ ζώσω –
στὰ πέλαγα, ὡς τὴν ἡσυχία
κι ὅλη τη γλύκα ἀντρώσω,
νὰ δοκιμάσω τὸ παλιό,
ποὺ μὄφεραν οἱ χρόνοι
καὶ ποὺ σκεπάζει το ἡ καπνιά,
τόξο, ποὺ ἐλάλει του ἡ χορδὴ
ἀπ᾿ τ᾿ ἄγγιγμα τοῦ ἀσύγκριτου,
σὰ νά ῾ταν χελιδόνι!

Θέλω νὰ δράμει ἡ θεία βροντή,
μηνύτρα ὡς ἀπὸ σύγνεφο,
στὰ κορφοβούνια ἀπόξω,
καὶ νὰ χτυπήσω, ἀλάθευτος,
κατάκαρδα τὸν Ἄνθρωπο
μὲ τὸ δυσκολολύγιστο,
βαρὺ τοῦ στίχου τόξο!

Θέλω ν᾿ ἀφήσω τὴ βαθιὰ
κι ἀνάλαφρη λαχτάρα
κλήρα σ᾿ ἀσύγκριτον ὑγιό,
ἢ νὰ τοῦ ρίξω ὡς κεραυνὸ
στὴ σάρκα μία κατάρα,
καὶ νὰ τοῦ πῶ: «Σφίξε καλὰ
τὴ ζώνη, ἀλαφροπάτητος
νὰ γένεις, καὶ τριγύρα σου ὅλ᾿ ἡ φύση,
στὴ βούλησή σου ὁλόφωτη,
θὲ νά ῾ρτει, ἄκρατη λεβεντιὰ
τὴ σάρκα νὰ σοῦ ντύσει·
καὶ τὸ κορμὶ στὸ λογισμὸ
θ᾿ ἀδρώσει, γιὰ νὰ ζήσει
σὰ θὰ ριχτεῖ στὸ πάλεμα,
στὸ ἀντρίκειο χαροπάλεμα,
τὶς τραχιὲς γνῶμες μ᾿ ἀλαφρὴ
καρδιὰ γιὰ νὰ ζυγίσει.
Κι ὡς στήσεις παντοδύναμα
στὴ γῆ ἱερὴ τὰ χέρια,
στὴ νίκη καὶ στὸ λύτρωμα,
θὰ σοῦ χαλκέψω ἐγὼ φτερὰ
κι ἀπὸ τὸν ἥλιο ἀσύντριφτα,
γιὰ ν᾿ ἀνεβεῖς, κι ἀγνάντια του
νὰ ὑψώσεις τὴν ἀδάμαστη
καρδιά μου μὲς στ᾿ ἀστέρια !»

(ἀπὸ τὸν Λυρικὸ Βίο, A´, Ἴκαρος 1965)

Advertisements

Aimons toujours ! Aimons encore !

de Victor Hugo

Aimons toujours ! Aimons encore !
Quand l’amour s’en va, l’espoir fuit.
L’amour, c’est le cri de l’aurore,
L’amour c’est l’hymne de la nuit.

Ce que le flot dit aux rivages,
Ce que le vent dit aux vieux monts,
Ce que l’astre dit aux nuages,
C’est le mot ineffable : Aimons !

L’amour fait songer, vivre et croire.
Il a pour réchauffer le coeur,
Un rayon de plus que la gloire,
Et ce rayon c’est le bonheur !

Aime ! qu’on les loue ou les blâme,
Toujours les grand cœurs aimeront :
Joins cette jeunesse de l’âme
A la jeunesse de ton front !

Aime, afin de charmer tes heures !
Afin qu’on voie en tes beaux yeux
Des voluptés intérieures
Le sourire mystérieux !

Aimons-nous toujours davantage !
Unissons-nous mieux chaque jour.
Les arbres croissent en feuillage ;
Que notre âme croisse en amour !

Soyons le miroir et l’image !
Soyons la fleur et le parfum !
Les amants, qui, seuls sous l’ombrage,
Se sentent deux et ne sont qu’un !

Les poètes cherchent les belles.
La femme, ange aux chastes faveurs,
Aime à rafraîchir sous ses ailes
Ces grand fronts brûlants et réveurs.

Venez à nous, beautés touchantes !
Viens à moi, toi, mon bien, ma loi !
Ange ! viens à moi quand tu chantes,
Et, quand tu pleures, viens à moi !

Nous seuls comprenons vos extases.
Car notre esprit n’est point moqueur ;
Car les poètes sont les vases
Où les femmes versent leur coeurs.

Moi qui ne cherche dans ce monde
Que la seule réalité,
Moi qui laisse fuir comme l’onde
Tout ce qui n’est que vanité,

Je préfère aux biens dont s’enivre
L’orgueil du soldat ou du roi,
L’ombre que tu fais sur mon livre
Quand ton front se penche sur moi.

Toute ambition allumée
Dans notre esprit, brasier subtil,
Tombe en cendre ou vole en fumée,
Et l’on se dit : ” Qu’en reste-t-il ? ”

Tout plaisir, fleur à peine éclose
Dans notre avril sombre et terni,
S’effeuille et meurt, lis, myrte ou rose,
Et l’on se dit : ” C’est donc fini ! ”

L’amour seul reste. O noble femme
Si tu veux dans ce vil séjour,
Garder ta foi, garder ton âme,
Garder ton Dieu, garde l’amour !

Conserve en ton cœur, sans rien craindre,
Dusses-tu pleurer et souffrir,
La flamme qui ne peut s’éteindre
Et la fleur qui ne peut mourir !

Nυχτωδία

τῆς Σαπφῶς

Δέδυκε μὲν ἀ σελάννα
καὶ Πληίαδες· μέσαι δὲ
νύκτες, παρὰ δ᾽ ἔρχετ᾽ ὤρα·
ἔγω δὲ μόνα κατεύδω.

μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη

γρήγορα η ώρα πέρασε,

μεσάνυχτα κοντεύουν,

πάει το φεγγάρι πάει κι η Πούλια βασιλέψανε-

και μόνο εγώ κείτομαι δω μονάχη κι έρημη.

de Saphho,

traduction de Robert Brasillach

La lune s’est couchée,

Les Pléiades aussi.
Il est minuit,

l’heure est passée,
Je suis seule étendue ici.

Ίαμβος

της Αγγελικής Ζαντέ

 

 

iambos

Θρίαμβος ο Ίαμβος

Θρίαμβος διπλός

Θρίαμβος ο Ίαμβος

Προϊαμβικός

@

Ομηρικός ο Ίαμβος

Μαζί κι η Αρετή

θα βάλουνε τους στίχους τους

Μαζί με μουσική

@

Δεν πρόσεξαν τι έγραψαν

Κι επήγε  εδώ κι εκεί

Χωρίς καμιά διεύθυνση

Μόνο γραμματική

@

Το άκουσαν, το είδανε

Είχε αλλοιωθεί

Γι αυτό αμέσως το στειλαν

Να πάει  και πιο κει

@

Θρίαμβος ο Ίαμβος

Θρίαμβος διπλός

Θρίαμβος ο Ίαμβος

Προϊαμβικός

H ποιήτρια

της Αγγελικής Ζαντέ

 

H ποιήτρια είναι

σα μια στάμνα γεμάτη νερό,

μπορείς απ΄ αυτή

να πιεις να ξεδιψάσεις

κι ίσως να ξεδιψάς για χρόνια…

Ή σα το ψαροκόκαλο

που φαγες χχχθες,

σου στάθηκε στο λαιμό και

τώρα κλαις

κι ίσως να  κλαις για χρόνια…

@

Σ’ αυτή τη στάμνα όμως

μπορείς,

αν θές,

(και γιατί να μη το θές-

έφαγες το ψαροκόκαλο και

τὀσο που την έχεις άχτι)

να δώσεις μια κλωτσιά και …

να τη σπάσεις.

@

Πρόσεχε όμως,

γιατί Εσύ θα χάσεις!