Ἀρχεῖο | Ἀπριλίου 2013

Οι μέρες που ζούμε

της Κάλλιας Παπαδάκη

Ο έρωτας είναι περίεργο πράγμα
τώρα που η πόλη καίγεται
κι οι νύχτες μοιάζουν με λαμπάδες
αν κάτι με κρατά απ’ το να σ’ αγαπήσω
είναι που δεν τολμά να βάλει τέλος
ο χειμώνας
από έγνοια μην τερματίσει την ελπίδα
στα χείλη
που ‘χουν μείνει δίχως φιλί
κι αυτή η πόλη τρομαγμένη κι ανέραστη
περιμένει στην άκρη μιας άλλης πόλης

εχτές το μετρό
κουβαλούσε εμάς
απεργούς, διαδηλωτές, αργόσχολους κι αυτούς
που έτυχε να είναι εκεί
εγώ ένας από αυτούς
αυτή την ώρα τη μεσημεριανή
που δεν έλεγε η βροχή να κοπάσει
εχτές στο μετρό
πρόσεξα για πρώτη φορά
δίπλα στο διπλό τζάμι
γερμανικής κατασκευής
τον απηνιδωτή
μπορεί και να μου τον έδειξε κάποιος
μια κάποια άλλη φορά
μα χτες το βλέμμα μου σκόνταψε πάνω του
και σκάλωσε

σε περίπτωση ανάγκης σκέφτηκα
τι μάταιο να προβλέπεις
αυτό που ήδη ξέρεις
πονάμε περισσότερο γι’ αυτά που θα ζήσουμε
αυτή η ανέραστη πόλη
δεν έχει ανάστημα
μόνο κραδαίνει τις πατερίτσες
πάνω από τα κεφάλια μας
σαν θεός τιμωρός
μην τύχει κι ερωτευτούμε
μην τύχει κι ελπίσουμε σε κάτι

και κάτι μέσα μου
σκιρτά
οι αισιόδοξοι θα πουν
ο πρώτος χτύπος
οι λιγότερο αισιόδοξοι
θα το ονομάσουν αναλαμπή
όπως η φωτιά που ορθώνεται λίγο πριν κάψει
και το τελευταίο οχυρό
μετά θα σβήσει

η στάχτη δεν καίγεται

Advertisements

Μεταμέλεια

τοῦ Γεωργὶου Βιζυηνοῦ Γεώργιος Βιζυηνός

Ἀνάθεμα τὴν πρώτ᾿ ἀρχή,
ποὺ μ᾿ εἶπαν νὰ πιστέψω,
πὼς δὲν μοῦ σώζετ᾿ ἡ ψυχή,
σὰν δὲν καλογερέψω!

Ἀπ᾿ τὴν ζωῆς τὴν Πασχαλιὰ
μ᾿ ἔκαμαν νὰ ξεπέσω·
ν᾿ ἀφήσω μακριὰ μαλλιὰ
καὶ ράσο νὰ φορέσω.

Νὰ ζῶ μὲ τὸ ξερὸ ψωμί,
μὲ τὸ νερὸ μονάχα·
γιὰ νὰ παιδέψω τὸ κορμί,
καὶ γιὰ ν᾿ ἁγιάσω τάχα!…

Καλόγεροι, σᾶς προσκυνῶ,
καὶ σᾶς φιλῶ τὰ χέρια.
Καὶ σᾶς πετῶ τὸν οὐρανὸ
καὶ τὰ χρυσὰ τ᾿ ἀστέρια.

Πετῶ τὸν σκοῦφο στὸ κελί,
τὸ ράσο στὸ ντουλάπι·
τὸν νοῦ μου – μόνο στὸ φιλὶ
καὶ μόνο στὴν ἀγάπη.

Θωρῶ πουλάκια στὴν αὐλή,
ποὺ παίζουν ταῖρι ταῖρι,
καὶ λέγω: νἄμουνα πουλί!
Νὰ ἤμουν περιστέρι!

Θωρῶ κοπέλες ποὺ περνοῦν
νὰ πᾶν στὸ περιβόλι
κι αὐτοῦ ποὺ κοντοπροσκυνοῦν–
μὲ παίρνουν οἱ Διαβόλοι!…

8 Rubáiyát

by Omar Khayyám, translated by Edward FitzGerald                   omar khayyam

The Moving Finger writes; and, having writ,
Moves on: nor all thy Piety nor Wit,
Shall lure it back to cancel half a Line,
Nor all thy Tears wash out a Word of it.

But helpless pieces in the game He plays,
Upon this chequer-board of Nights and Days,
He hither and thither moves, and checks… and slays,
Then one by one, back in the Closet lays.

And, as the Cock crew, those who stood before
The Tavern shouted— “Open then the Door!
You know how little time we have to stay,
And once departed, may return no more.”

A Book of Verses underneath the Bough,
A Jug of Wine, a Loaf of Bread—and Thou,
Beside me singing in the Wilderness,
And oh, Wilderness is Paradise enow.

Myself when young did eagerly frequent
Doctor and Saint, and heard great Argument
About it and about: but evermore
Came out of the same Door as in I went.

With them the Seed of Wisdom did I sow,
And with my own hand labour’d it to grow:
And this was all the Harvest that I reap’d—
“I came like Water, and like Wind I go.”

Into this Universe, and why not knowing,
Nor whence, like Water willy-nilly flowing:
And out of it, as Wind along the Waste,
I know not whither, willy-nilly blowing.

And that inverted Bowl we call The Sky,
Whereunder crawling coop’t we live and die,
Lift not thy hands to It for help—for It
Rolls impotently on as Thou or I.

Μετέωρος

του  Ο Μετέωρος Ανθρωπος, του Γιώργου ΓραμματικάκηΕυ. Δι. μαθηματικού

 

 

Γεννήθηκα στην παγωμένη σιωπή

Του πετρωμένου δάσους

Των πληγωμένων ελάτων

*

Διάβασα στα βογκητά του Αιόλου

Στους χορούς των Μουσών

Τα μυστικά των βράχων

*

Χώθηκα στα γραφτά των Αγράφων

Στις ανήλιες χαράδρες

Των ξεχωμένων σκελετών

*

Ρούφηξα μπαρούτι και θειάφι

Στις βοστίνες του Άσπρου

Στα κρινάκια του Άραχθου.

*

Ζήλεψα το ζύγισμα των γερακιών

Στα ματωμένα πριόνια

Αντικριστά του Αχέροντα

*

Σιχάθηκα τη μιζέρια του φόβου

Την προστυχιά του μοιραίου

Το κάτι του τίποτα.

*

Ξεδίψασα στο τρίξιμο των πάγων

Με πέτρινο απόσταγμα

ρακί πολύπαθων Αθανάτων

*

Ανέβηκα ψηλά και ως ίσος

Στο φως του Απόλλωνα

Αντίκρισα το Μέγα Δία

*

Ερωτεύθηκα τη μυστήρια έλξη του χάους

Στην ακμή του χώρου

Στο βράχο των Αθαμάνων

*

Κοινώνησα την επίμονη σιωπή των αετών

Των ταγμένων φρουρών

Των ορκισμένων αντρών

*

Αφουγκράζομαι έκτοτε το παράλληλο Σύμπαν

Εκεί στη ρωγμή του χρόνου

μετέωρος και διχασμένος.