Ἀρχεῖο | Μαΐου 2013

Vo solcando un mar crudele

Libretto: Pietro Metastasio (Pietro Antonio Domenico Trapassi), Pietro Metastasio

Αria d’ Opera Artaserse di Leonardo Vinci

Vo solcando un mar crudele
Senza vele e senza sarte;
Freme londa, il Ciel simbruna,
Cresce il vento e manca larte
E il voler della fortuna
Son costretto a seguitar.

Infelice in questo stato
Son da tutti abbandonato;
Meco sola è linnocenza
Che mi porta a naufragar.

Σε σκληρότατη θάλασσα τρέχω

του Πιέτρο Μεταστάζιο,

Αρια από την Οπερα Αρταξέρξης του Λεονάρντο Βίντσι,

μετάφραση Διονύσιου Σολωμού

Σε σκληρότατη θάλασσα τρέχω,
Και πανάκι και ξάρτι δεν έχω,
Και το πέλαο μουγκρίζει φριχτά.

Η γλαυκότη του αιθέρος μαυρίζει,
Η φωνή των ανέμων σφουρίζει,
Λείπει η τέχνη και δεν με βοηθά.

Με τον άθλιον η Τύχη με παίρνει,
Κι όθε θέλει η προδότρα με σέρνει,
Καθώς φεύγει, και δε με κοιτά.

Η αθωότη μ’ απόμεινε μόνη,
Την αισθάνομαι μέσα στα στήθια,
Αλλ’ αντί να μου φέρει βοήθεια,
Με συντρίβει, με πνίγει σκληρά.

Τα χέρια σου

της Ελένης ΣεμερτζίδουΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ Η ΡΙΜΑ


Μακραίνουν, πάντα, τη στιγμή που θέλω ν’ αποφύγω
Κονταίνουν κάθε που πονώ και λέω πως θα φύγω
Τινάζονται στον ουρανό, στη γη όταν βουλιάζω
Παίζουν μ’ αγέρι και θεό, τ’ αστέρια όταν κοιτάζω.
Παλεύουν μ’ όνειρα τρελά, η θλίψη όταν με βρίσκει
Κάνουν παρέα με θεριά, η νύχτα σαν με πνίξει
Αναταράζουν τα νερά, γαλήνη όταν γυρεύω
Παίζουν στα ζάρια την καρδιά, πουλιά σαν αγναντεύω.
Άρωμα έχουνε γλυκό, πικρά σαν ανασαίνω
Χάδι που μοιάζει με γιαλό, τον βράχο όταν κραδαίνω
Φέρνουν μηνύματα στο φως, σκοτάδι σαν θα πέσει
Αγγίζουν άνομες ψυχές, αγάπη σαν με κλέψει.
Τα χέρια σου δεν αγαπώ, γι’ αγάπη όταν μιλάνε
Τα χέρια σου, κρυφά, φιλώ, τη νύχτα όταν κοιμάμαι
Τα χέρια σου, σαν με κρατούν, πώς θέλω να ξεφύγω!
Μα, αν μια μέρα τ’ αρνηθώ, δεν θα ‘χει η γη, πια, ήλιο!

The Genius Of The Crowd

by   Charles BukowskiCharles Bukowski

there is enough treachery, hatred violence absurdity in the average
human being to supply any given army on any given day

and the best at murder are those who preach against it
and the best at hate are those who preach love
and the best at war finally are those who preach peace

those who preach god, need god
those who preach peace do not have peace
those who preach peace do not have love

beware the preachers
beware the knowers
beware those who are always reading books
beware those who either detest poverty
or are proud of it
beware those quick to praise
for they need praise in return
beware those who are quick to censor
they are afraid of what they do not know
beware those who seek constant crowds for
they are nothing alone
beware the average man the average woman
beware their love, their love is average
seeks average

but there is genius in their hatred
there is enough genius in their hatred to kill you
to kill anybody
not wanting solitude
not understanding solitude
they will attempt to destroy anything
that differs from their own
not being able to create art
they will not understand art
they will consider their failure as creators
only as a failure of the world
not being able to love fully
they will believe your love incomplete
and then they will hate you
and their hatred will be perfect

like a shining diamond
like a knife
like a mountain
like a tiger
like hemlock

their finest art

Η Mεγαλοφυία του Πλήθους

του Τσάρλς Μπουκόφσκι, μετάφραση Αγγελικής Ζαντέ

υπάρχει αρκετή προδοσία, μισητή βία παραλογισμός στη μετριότητα
ο άνθρωπος είν΄ικανός να υπηρετήσει σε κάθε στρατό  οποιαδήποτε  μέρα

κι οι καλύτεροι δολοφόνοι είν΄ αυτοί που κηρύττουν εναντίον του φόνου
και οι εναγκαλιστές του μίσους είναι αυτοί που κηρύττουν την αγάπη
και οι φιλοπόλεμοι, τέλος, είναι εκείνοι που κηρύττουν την ειρήνη

εκείνοι που κηρύττουν τον Θεό, χρειάζονται το Θεό
εκείνοι που κηρύττουν την ειρήνη δεν έχουν ειρήνη
εκείνοι που κηρύττουν την ειρήνη δεν έχουν αγάπη

προσέξτε τους ιεροκήρυκες
προσέξτε τους γνώστες
προσοχή σε όσους διαβάζουν συνέχεια βιβλία
προσέξτε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια
είτε  είναι υπερήφανοι γι ‘αυτή
προσέξτε  αυτούς που σπεύδουν να επαινέσουν,
χρειάζονται επαίνους σε αντάλλαγμα
προσοχή σ’ όσους σπεύδουν να λογοκρίνουν,
φοβούνται αυτό που δεν ξέρουν
προσέξτε αυτούς που επιδιώκουν συνέχεια νάναι με πλήθη,

είναι ένα τίποτα μόνοι τους
Φυλαχτείτε από τον μέτριο άνθρωπο, από την μέτρια γυναίκα
προσέξτε την αγάπη τους, η αγάπη τους είναι μέτρια
επιδιώκουν τη μετριότητα

αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους
υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει
να σκοτώσει τον οποιονδήποτε
δεν θέλουν τη μοναξιά
δεν μπορούν να καταλάβουν τη μοναξιά
θα επιχειρήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε
διαφέρει απ’ τα δικά τους
δεν είναι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης
δεν θα καταλάβαιναν την τέχνη
θα εξέταζαν την αποτυχία τους ως δημιουργοί
μόνο ως αποτυχία του κόσμου
δεν είναι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως
θα πιστέψουν ότι η αγάπη σας είν’ελλιπής
και στη συνέχεια θα σας μισούν
και το μίσος τους θα είναι τέλειο

σαν ένα λαμπερό διαμάντι
σαν ένα μαχαίρι
σαν ένα βουνό
σαν μια τίγρη
σαν το κώνειο

η ωραιότερη τέχνη τους

Another Birth

by Forough Farrokhzad, translated by A.Z. ForemanForough Farrokhzad

A dark and chanted verse is what I am
Forever bearing you
In myself imbued with you
Forth to the morning of eternal burgeonings and blooms
Oh yes I drew you through this verse oh breath
Oh yes I drew you through
This verse and crafted you
To seas to trees to fire I grafted you.

Life may be
A street crossed by a woman with a basket every day
Life may be
Rope for a man who hangs himself from a branch.
Life may be a child coming home from school.
Life may be a cigarette lighting
Up in the narcotic pause between lovemaking and love made
Or the dazed gaze of a passerby
Tipping his hat to a passerby
With a senseless smile and a Good Morning.
Life may be that cloistered moment
When my gaze comes to ruin in your pupils
Wherein there lies a feeling
Which I shall blend
With the moon’s impression
And the night’s perception.
In a room the size of loneliness
My heart the size of love
Looks at the simple pretext of its happiness,
The vase’s flowers, their beautiful decay,
The sapling that you implanted in our garden
And the canaries’ song
Wide as a window frame.

My lot is this
My lot is this
This sky abducted from my sight by a hung curtain,
This passage down a deserted stairway
To retrieve something from amid the rot and banished thoughts.
My lot is a sad promenade in nostalgia’s garden,
My lot is to catch my death in the despair of the voice that says to me
‘I love
Your hands.’

I shall plant my hands in the garden
And I will grow I know I know oh I know
And in my hand’s inkstained hollow
The swallow
Shall lay its eggs.

I shall wear
A pair of cherries as ear-rings
And dress my nails with dahlia petals
There is an alley where
Boys who were in love with me even now
Linger with the very unkempt hair and lanky legs
Recollecting the innocent smiles of a little girl
The wind blew away one night.

There is an alley my heart
Has stolen from my childhood’s neighborhood

A form journeying along time’s line
Inseminating time’s dry line with form
A form aware of an image
Back from a mirror’s feast

And that is how it is
That somebody dies
While someone abides
None who fish
In the tiny stream that drains out into a ditch
Can ever fish up a pearl.

Know a sad little ocean sprite
Down in her watery haven
Who oh so softly
Plays her heart through a flute,
A sad little sprite
Who dies from a kiss at night
To be born from a kiss at dawn.

Tό Tροπάριο της Κασσιανῆς

Γυμνό του Νικηφόρου ΛύτραTό Tροπάριο της Κασσιανῆς
Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα,
μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη,
μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει,
οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ
ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους τίς ἐξιχνιάσει,
ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς,
ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.
Το Τροπάριο της Κασσιανής σε Απόδοση του Κωστή Παλαμά
Κύριε, η γυναίκα που έπεσε, σε τόσες αμαρτίες,
σαν άκουσε, σαν ένοιωσε τη θεϊκή σου Χάρη
σαν μυροφόρας ένδυμα, στα κλάματα πνιγμένη
μύρα προ του θανάτου Σου, εντάφια σου φέρνει.
και ωιμέ, στενάζει, κλαίει και θρηνεί
πολλή με δέρνει νύχτα ασέληνη και σκοτεινή
έρως της αμαρτίας νύχτα που φλέγει και κεντά πόθους ακολασίας.
δέξου Χριστέ, τα δάκρυα τα πύρινα που χύνω Συ,
που στα σύννεφα τραβάς της θάλασσας το κύμα.
Γύρισε την συμπόνια Σου, στους στεναγμούς μου,
Συ πώγυρες τους ουρανούς στην θεία γέννησή Σου.
Τα πόδια σου τα άγια, άφησε να φιλήσω 
και να σκουπίσω άφησε με τα ξανθά μαλλιά μου.
Τα πόδια, που σαν άκουσε τον κρότο τους η Εύα το δειλινό μεσ’ στην Εδέμ 
κρύφθηκε από φόβο.
Τις τόσες αμαρτίες μου και τη βαθιά Σου κρίση ποιος να μετρήσει ημπορεί
Χριστέ μου, ψυχοσώστη
Μη με αφήνεις έρημη και ταπεινή σου δούλη Συ,
όπου έχεις, ως Θεός άπειρη καλοσύνη.
Το Τροπάριο της Κασσιανής σε Μεταγραφή του Φώτη Κόντογλου
Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου,γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά
πριν από τον ενταφιασμό σου.
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα,
γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι,
η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου•αυτά τα ποδάρια,
που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε,
από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση,
ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου,
εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.
The Hymn of Kassiani
Sensing your divinity Lord, a woman of many sins,
takes it upon herself to become a myrrh-bearer and in deep mourning
brings before you fragrant oil  in anticipation of your burial;
crying: “Woe to me! What night falls on me,
what dark and moonless madness
of wild-desire, this lust for sin.
Take my spring of tears
You who draw water from the clouds,
bend to me, to the sighing of my heart,
You who bend the heavens in your secret incarnation.
I will wash your immaculate feet with kisses
and wipe them dry with the locks of my hair;
those very feet whose sound Eve heard
at the dusk in Paradise and hid herself in terror.
Who shall count the multitude of my sins
or the depth of your judgment,
Saviour of my soul?
Do not ignore your handmaiden,
You whose mercy is endless”.

Σατυρικὸν ὀξύμωρον

τῆς Μελισσάνθης  (φιλολογικό ψευδώνυμο τῆς  Ἤβης Κούγια-Σκανδαλάκη)

Σκοτεινίασε ὅταν ἔπεσε τὸ φῶς τυφλωτικὸΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ
Λιγόστεψε ὅταν ὁ ἀριθμὸς ἔγινε πολλαπλάσιος
Οἱ λύσεις γίναν κόμπος ἄλυτος
κι ὅταν ἡ Ἀριάδνη ἔτρεξε λυσίκομη
κύλησε ἀνάποδα τὸ κουφάρι της
Τότε ὁ κάβουρας ἔγινε ὠκύποδας
κι ὁ Ἀχιλλέας χελώνα. Πήδηξε
ἔξω ἀπ᾿ τὴν ἔξωση τοῦ Ἐλεάτη
ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ πρόβλημα τοῦ χωροχρόνου
ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ ἀγώνισμα στὸν Ἱππόδρομο
καὶ τὰ χαμένα στοιχήματα
τὴν ἀνατίμηση τοῦ πετρελαίου
τὸν πυρετὸ τοῦ χρυσοῦ
τὴ παγκόσμια κρίση
ἐνῶ γύρω του ξεφώνιζαν ὑστερικά:
Rent a car… Rent a car…

Ὀρυμαγδὸς ἀπὸ ἐκσκαφεῖς κι ἀριθμομηχανὲς
ἀνοίγουν σ᾿ ὅλα τὰ τοιχώματα ρωγμὲς
Οἱ δρόμοι μὲ τὰ μεγαθήρια κτίρια κυματίζουν
-σχηματίζονται, ἀποσχηματίζονται
ὑψώνονται κυκλώπεια τείχη
κι ἀντιστοιχεῖες στίχων-

Βραδινὸ τοπίο μὲ τριζόνι
Ἡ νύχτα ἀναποδογυρισμένη ὀμπρέλα
μαζεύει σκόρπιο κεχριμπάρι
Ρομαντισμὸς καὶ φεγγάρι
κυλάει ἀποκεφαλισμένο στὴν ἄσφαλτο
ἐνῶ ἀπὸ ἕνα σφάλμα computer
ὁ κόσμος τινάζεται στὸν ἀέρα.