Ἀρχεῖο | Δεκεμβρίου 2013

Το βα-βα των κροάκων

του Ανδρέα Εμπειρίκου

Μοιάζουμε με ελαστικά κουνήματα κυμαινομένου όρους. Μιά τρίχα αρκεί να σταματήση η ρευστοποίησις των υποσχέσεών μας. Μιά έλιξ στριφογυρίζει μέσα μας και κόβει τους λαιμούς των πετεινών και τα βυζιά της κάθε περιττής περόνης. Έξω το φως και τα σκουπίδια της αυγής. Έξω το μπάρκο–μπέστια και των θείων και των κονίκλων. Ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων. Οι πράξεις θέλουν άχυρα τα φίδια κρεμαστούς μπαξέδες από γλοιώδεις πλοκάμους μιάς εσπερίδος.

Advertisements

Ad: “Megalicious Poetry”

της Αθήνας Ε. Ιλιάδη

 

Tις Πύλες άνοιξαν

του νέου μουσείου

να μπούνε τ’άλογα όντα του υποδρόμου,

αυτά που μ’ άν€ση και χάρη π€ρισσή

ποδοπατούν εδώ και χρόνια

τ’αρχέγονά μας ήθη.

—-

Αυτά,

χωρίς αιδώ καθήσαν μαζί

να υμνήσουν την ποίηση

μ’ευνούχους ποιητές και πλείστους ιπποκόμους.

Μα,

τ’ άλογα τι ξέρουν από λέξεις;

Αυτά,

τρέχουν ποντάροντας μόνο στο χρήμα.

—-

Σε δυό λεπτά (μην ήταν δευτερόλεπτα δε ξέρω)

οι Πύλες έκλεισαν.

Τ’ άλογα μ’ όλα τα ζώα φύγαν.

Τόσον ορυμαγδό και συρφετό

η ποίηση στις μέρες μας ,

αλλού δεν είδε!

Λέτε έτσι να φτιασιδώθηκε σπουδαία

και σύντομα στο Μega να τη δούμε,

με άλλο πρόσωπο να λέει τις ειδήσεις;

—-

Γρήγορα αδέλφια!

Γρήγορα!

Ανοίξτε τους κρουνούς,

τον Ηρακλή φωνάξτε!

Αλίμονο,

αλίμονο,

μας έπνιξε του βασιλιά Αυγεία η κόπρος.

—-

Ωστόσο,

οι μύγες,

που η μπόχα τις εκθρέφει,

μελωδικά τρέξαν ξωπίσω,

κόλησαν όμως κι αυτές στη μαύρη λάσπη

κι όλοι μαζί, άλογα όντα κι ιπποκόμοι

ποδοπατήθηκαν, σβηστήκαν απ’την ιστορία.

—-

Πιό δίπλα,

σε πόρτες μικρές και δύσκολες,

πολλές σ’ όλη τη χώρα,

για τον Ελύτη, τον Παλαμά,

τον Βάρναλη, τη Σαπφώ

κυρίως τον Καβάφη,

σ’ ομηρικές καρέκλες καθισμένοι

λιγοστά πρόσωπα χωρίς τα προσωπεία

σκάβουν φωτόλιες  οδούς.

Τι λέτε; Ας τις διαβούμε!

Οι αδελφοφάδες

απόσπασμα

του Νίκου Καζαντζάκη

Μέσα στην ποίηση,

άνθρωπος και σύννεφο,

θάνατος κι αθανασία

είναι ένα.

—-

Μα

όταν ξεσπάσει

χάμω στη γης πόλεμος

κι είναι ακόμα ο πολεμιστής  σώμα χεροπιαστό,

κρέας και κόκκαλα και τρίχες και ψυχή,

τι τρόμος,

τι φρίκη ο πόλεμος,

αγαπημένη!

—-

κινάς να πολεμήσεις και λες:

Δε θα ξαναπέσω,

θα κρατήσω την ανθρωπιά μου

και μέσα στη σφαγή,

δε μισώ κανένα,

κινώ μ’ανθρώπινη καρδιά  για τη μάχη’

—-

μα

ευτύς ως νιώσεις

πως μπήκε η ζωή σου σε κίντυνο

και πως θέλουν να σε σκοτώσουν,

πετιέται ξαφνικά

απ΄τα τρίσβαθα του σπλάχνου σου

ένα πράμα σκοτεινό,

μαλλιαρό,

ένας πρόγονος που ήταν μέσα σου κρυμμένος και

δεν τον υποψιάζουσουν,

και  το ανθρώπινο πρόσωπό σου

εξαφανίζεται

κι είσαι

σα να πετάς μυτερά σκυλόδοντα,

σα γορίλας΄

και το μυαλό σου γίνεαται

ένα κουβάρι αίμα και τρίχες.

—-

Πατάς τις φωνές:

« Ομπρός!

Απάνω τους, μωρέ παιδιά!

Τους φάγαμε!»

κι οι φωνές αυτές

που βγαίνουν απ’το στόμα σου

δεν είναι δικές σου,

δεν είναι δυνατόν να είναι δικές σου,

δεν είναι αυτές φωνές ανθρώπου,

κι ο μεταπίθηκος

κι αυτός ακόμα αφανίζεται

και φεύγει τρομαγμένος,

και πετιέται από μέσα σου

όχι ο πατέρας,

παρά ο παππούς, ο γορίλας.

Αν

του Κώστα Βάρναλη

 

Αν ημπορείς την παλαβή να κάνεις, όταν οι άλλοι

σου κάνουνε το γνωστικό κι όλοι σε λένε φταίχτη,

αν δεν πιστεύεις τίποτα κι άλλοι δε σε πιστεύουν,

αν σχωρνάς όλα τα δικά σου, τίποτα των άλλων,

κι αν το κακό που πας να κάνεις, δεν το αναβάλλεις,

κι αν όσα ψέματα σου λεν με πιότερα απανταίνεις,

κι αν να μισείς ευφραίνεσαι κι όσους δε σε μισούνε

κι αν πάντα τον πολύξερο και τον καλόνε κάνεις.

 

Αν περπατάς με την κοιλιά κι ονείρατα δεν κάνεις

κι αν να στοχάζεσαι μπορείς μονάχα το ιντερέσο,

το νικημένο αν παρατάς και πάντα διπλαρώνεις

το νικητή, μα και τους δυό ξετσίπωτα προδίνεις,

αν ο τι γράφεις κι ο τι λες, το ξαναλέν κ’ οι άλλοι

γι’ αληθινό- να παγιδεύουν τον κουτό κοσμάκη,

αν λόγια κ’ έργα σου καπνόν ο δυνατός αέρας

τα διαβολοσκορπά και συ ξαναμολάς καινούριον.

 

Αν όσα κέρδισες μπορείς να τα πληθαίνεις πάντα

και την πατρίδα σου κορώνα γράμματα να παίζεις,

κι αν να πλερ`νεις την πεντάρα που χρωστάς αρνιέσαι

και μόνο να πληρώνεσαι σωστό και δίκιο το ‘ χεις,

αν η καρδιά, τα νεύρα σου κι ο νους σου εν αμαρτίαις

γεράσανε κι όμως εσύ τα στύβεις ν’ αποδίδουν,

αν στέκεις πάντα δίβουλος και πάντα σου σκυμμένος

κι αν όταν φωνάζουν οι άλλοι «εμπρός»! εσύ φωνάζεις «πίσω»!

 

Αν στην πλεμπάγια να μιλάει αρνιέται η αρετή σου

κι όταν ζυγώνεις δυνατούς, στα δυό λυγάς τη μέση

κι αν μήτε φίλους μήτε εχθρούς ποτέ σου λογαριάζεις

και κάνεις πως τους αγαπάς, αλλά ποτέ κανέναν,

αν δεν αφήνεις ευκαιρία κάπου να κακοβάνεις

και μόνο, αν κάνεις το κακό, η ψυχή σου γαληνεύει,

δικιά σου θά ναι τούτ’ η Γης μ’ όλα τα κάλλη πού χει

κ’ έξοχος θά σαι Κύριος, αλλ’  Άνθρωπος δε θά σαι.

Κάποτε θα `ρθουν

του Λευτέρη Παπαδόπουλου

Κάποτε θα `ρθουν να σου πουν
πως σε πιστεύουν, σ’ αγαπούν
και πώς σε θένε

Έχε το νου σου στο παιδί,
κλείσε την πόρτα με κλειδί
ψέματα λένε

Κάποτε θα `ρθουν γνωστικοί,
λογάδες και γραμματικοί
για να σε πείσουν

Έχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί,
θα σε πουλήσουν

Και όταν θα `ρθουν οι καιροί
που θα `χει σβήσει το κερί
στην καταιγίδα

Υπερασπίσου το παιδί
γιατί αν γλιτώσει το παιδί
υπάρχει ελπίδα

Some day they will come

by Leuteris Papadopoulos

Some day they will come to tell you
that they believe in you, that they love you
and how they want you

Keep your mind on the child
lock the door with the key
they are telling lies

Some day they will come, the wise men,
the sharp reasoners and fine talkers,
to convince you

Keep your mind on the child
lock the door with the key
they will sell you

And when the times come
when the candle will be blown out
in the tempest

Protect the child
because if the child escapes
there is hope.

Un jour ils viendront te dire

de  Leuteris Papadopoulos

Un jour ils viendront te dire
qu’ils te croient, qu’ils t’aiment
et qu’ils ont besoin de toi.

Pense à l’enfant,
ferme la porte à clef.
Ils mentent.

Un jour viendront les philosophes
les beaux parleurs et les gratte-papier
pour te convaincre.

Pense à l’enfant,
ferme la porte à clef.
Ils te vendront.

Et lorsque viendra le temps
lorsque la bougie se sera éteinte
dans la tempête,

prends la défense de l’enfant,
car tant que l’enfant s’en tire
il y a de l’espoir.

Ooit komen ze

de  Leuteris Papadopoulos

Ooit komen ze je zeggen
dat ze je vertrouwen en graag zien
en hoe ze je nodig hebben

Hou het kind in gedachten
sluit de deur met een sleutel
ze zeggen leugens

Ooit komen ze als slimmeriken
mooipraters en pennelikkers
om je te overtuigen

Hou het kind in gedachten
sluit de deur met een sleutel
ze zullen je verraden (verkopen)

En als de tijd komt
dat de kaars uitgaat
in de storm

Verdedig dan het kind
want als het kan ontsnappen
is er hoop