Ἀρχεῖο | Μαρτίου 2014

ᾨδὴ Ἕκτη. Αἱ Εὐχαί

τοῦ Ἁνδρὲα Κὰλβου

Ανδρέας Κάλβος - δεν υπάρχει γνωστό σωζόμενο πορτραίτο

Ανδρέας Κάλβος – δεν υπάρχει γνωστό σωζόμενο πορτραίτο

α´.

Τῆς θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τὰ κύματα
῾νὰ πνίξουν τὴν πατρίδα μου
ὡσὰν ἀπελπισμένην,
ἔρημον βάρκαν. 5

β´.

῾Στὴν στεριάν, ῾ς τὰ νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
῾νὰ ἰδῶ παντοῦ χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαοὺς καὶ ἐλπίδας. 10

γ´.

Καλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οἱ Ἕλληνες
῾νὰ τρέχωσι τὸν κόσμον,
μὲ ἐξαπλωμένην χεῖρα
ψωμοζητοῦντες· 15

δ´.

Παρὰ προστάτας ῾νἄχωμεν.
Μὲ ποτὲ δὲν ἐθάμβωσαν
πλούτη ἢ μεγάλα ὀνόματα,
μὲ ποτὲ δὲν ἐθάμβωσαν
σκήπτρων ἀκτῖνες. 20

ε´.

Ἂν ὁπόταν πεθαίνῃ
πονηρὸς βασιλεὺς
ἔσβυν᾿ ἡ νύκτα ἕν᾿ ἄστρον,
ἤθελον μείνει ὀλίγα
οὐράνια φῶτα. 25

ς´.

Τὸ χέρι ὁποὺ προσφέρετε
ὡς προστασίας σημεῖον
εἰς ξένον ἔθνος, ἔπνιξε
καὶ πνίγει τοὺς λαούς σας,
πάλαι, καὶ ἀκόμα. 30

ζ´.

Πόσοι πατέρες δίδουσιν,
ὄχι ψωμί, φιλήματα
῾ς τὰ πεινασμένα τέκνα τους,
ἐν ᾧ λάμπουν ῾ς τὰ χείλη σας
χρυσὰ ποτήρια! 35

η´.

Ὅταν ὑπὸ τὰ σκῆπτρά σας
νέους λαοὺς καλεῖτε,
νέους ἱδρῶτας θέλετε
ἐσεῖς διὰ ῾νὰ πληρώσητε
πλουσιοπαρόχως, 40

θ´.

Τὰ ξίφη ὁποὺ φυλάγουσι
τὰ τρέμοντα βασίλειά σας,
τὰ ξίφη ὁποὺ τρομάζουσι
τὴν ἀρετήν, καὶ σφάζουσι
τοὺς λειτουργούς της. 45

ι´.

Θέλετε θησαυροὺς
πολλοὺς διὰ ῾ναγοράσητε
κρότους χειρῶν καὶ ἐπαίνους,
καὶ τ᾿ ἄπιστον θυμίαμα
τῆς κολακείας. 50

ια´.

Ἡμεῖς διὰ τὸν σταυρὸν
ἀνδρείως ὑπερμαχόμεθα
καὶ σεῖς ἐβοηθήσατε
κρυφὰ τοὺς πολεμοῦντας
σταυρὸν καὶ ἀλήθειαν. 55

ιβ´.

Διὰ ῾νὰ θεμελιώσητε
τὴν τυραννίαν τιμᾶτε
τὸν σταυρὸν εἰς τὰς πόλεις σας,
καὶ αὐτὸν ἐπολεμήσατε
εἰς τὴν Ἑλλάδα. 60

ιγ´.

Καὶ τώρα εἰς προστασίαν μας
τὰ χέρια σας ἁπλόνετε!
τραβήξετέ τα ὀπίσω·
βλέπει ὁ θεὸς καὶ ἀστράπτει
διὰ τοὺς πανούργους. 65

ιδ´.

Ὅταν τὸ δένδρον νέον
ἐβασάνιζον οἱ ἄνεμοι,
τότε βοήθειαν ἤθελεν,
ἐνδυναμώθη τώρα
φθάνει ἡ ἰσχύς του. 70

ιε´.

Τὸ ξίφος σφίγξατ᾿ Ἕλληνες –
τὰ ὀμμάτιά σας σηκώσατε –
ἰδού – εἰς τους οὐρανοὺς
προστάτης ὁ θεὸς
μόνος σας εἶναι. 75

ις´.

Καὶ ἂν ὁ θεὸς καὶ τ᾿ ἄρματα
μᾶς λείψωσι, καλήτερα
πάλιν ῾νὰ χρεμετήσωσι
῾ς τὸν Κιθαιρῶνα Τούρκων
ἄγριαι φορᾶδες. 80

ιζ´.

Παρά…. Αἴ, ὅσον εἶναι
τυφλὴ καὶ σκληροτέρα
ἡ τυραννίς, τοσοῦτον
ταχυτέρως ἀνοίγονται
σωτήριοι θύραι. 85

ιη´.

Δὲν μὲ θαμβόνει πάθος
κανένα· ἐγὼ τὴν λύραν
κτυπάω, καὶ ὁλόρθος στέκομαι
σιμὰ εἰς τοῦ μνήματός μου
τ᾿ ἀνοικτὸν στόμα. 90

 

Advertisements

Tων αδελφών

της Σαπφούς, νεοευρεθέν ποιήμα, απόδοση Αγγελικής Ζαντέ  Greek-Sappho-papyrus

 

μα όλο θρυλείτε ότι ο Χάραξος έχει έλθη
μ’ολόγιομο το πλοίο,
ενώ ο Δίας κι όλοι οι θεοί γνωρίζουν
ότι δεν πρέπει να βασίζεστε σε τέτοιες εικασίες
——
αλλά εμένα πέμψε να
θερμοπαρακαλέσω με προσφορές πολλές την βασίλισσα Ήρα
ώστε ο Χάραξος να φτάσει εδώ
μ’ ανέπαφο το πλοίο,
——
και να μας εύρη ασφαλείς, για τ’ άλλα
ας τ’ αποθέσουμε όλα στους δαίμονες
γιατί η μάνητα πάντ’ ακολουθεί
του πελάγου τη γαλήνη.

—–

κι όσων την μοίρα επιθυμεί
ο βασιλεύς του Ολύμπου
την κακότυχη να ανατρέψει,
εκείνοι γίνονται μακάριοι κι ευλογημένοι
—–

κι εμείς, αν ποτέ ο κουφιοκέφαλος
Λάριχος άντρας γίνει,
από μεγάλη βαρυθυμιά
θ’απαλλαγούμε.

Τῶν ἀδελφῶν
τῆς Σαπφοῦς,

ἀλλ’ ἄϊ θρύληϲθα Χάραξον ἔλθην
νᾶϊ ϲὺµ πλέαι τὰ µέν̣, οἴο̣µα̣ι, Ζεῦϲ
οἶδε ϲύµπαντέϲ τε θέοι ϲὲ δ’̣ οὐ χρῆ
ταῦτα νόειϲθαι,
ἀλλὰ καὶ πέµπην ἔµε καὶ
πόλλα λί̣ϲϲεϲθαι̣ βαϲί̣λ̣η̣αν Ἤ̣ραν
ἐξίκεϲθαι τυίδε ϲάαν ἄγοντα
νᾶα Χάραξον,
κἄµµ’ ἐπεύρην ἀρτ̣έ̣µεαϲ τὰ δ’ ἄλλα
πάντα δαιµόνεϲϲ̣ιν ἐπι̣τ̣ρόπωµεν
εὐδίαι̣ γ̣ὰρ̣ ἐκ µεγάλαν ἀήτα̣ν̣
αἶψα πέ̣λ̣ο̣νται

τῶν κε βόλληται βαϲίλευϲ Ὀλύµπω
δαίµον’ ἐκ πόνων ἐπάρ{η}`ω΄γον ἤδη
περτρόπην, κῆνοι µ̣άκαρεϲ πέλονται
καὶ πολύολβοι

κ̣ἄµµεϲ, αἴ κε τὰν κεφάλα̣ν ἀέργ̣η
Λάρι̣χοϲ καὶ δήποτ’ ἄνη̣ρ γένηται,
καὶ µάλ’ ἐκ πόλλ{η}`αν΄ βαρ̣υθύ̣µιάν̣ κεν αἶψα λύθειµεν.

The Brothers Poem
By Sappho,
translated by Christopher Pelling

Oh, not again – ‘Charaxus has arrived!
His ship was full!’ Well, that’s for Zeus
And all the other gods to know.
Don’t think of that,
But tell me, ‘go and pour out many prayers
To Hera, and beseech the queen
That he should bring his ship back home
Safely to port,
And find us sound and healthy.’ For the rest,
Let’s simply leave it to the gods:
Great stormy blasts go by and soon
Give way to calm.
Sometimes a helper comes, if that’s
The way Zeus wills, and guides a person round
To safety: and then blessedness and wealth
Become one’s lot.
And us? If Larichus would raise his head,
If only he might one day be a man,
The deep and dreary draggings of our soul
We’d lift to joy.

Ι fratelli
di Saffo
trad. isometra di Daniele Ventre

Sempre vai dicendo “Carasso torna
con la nave piena” ma questo credo
Zeus lo sa, con tutti gli dèi: non serve
che tu ci pensi,
ma che mi congedi e mi esorti invece
a far molte suppliche ad Era augusta
che Carasso torni e riporti indietro
salva la nave,
e ritrovi salve noi pure: il resto
tutto quanto si affiderà agli dèi;
sì, poiché d’un tratto a una gran tempesta
segue il bel tempo:
quelli a cui il sovrano d’Olimpo voglia
dopo le fatiche mandare un dio
a difesa, ricchi di molti beni
sono e beati.
Anche noi, se mai di pensiero muti
Larico e alla fine diventi uomo,
subito dal cuore un enorme peso
ci toglieremo.

Los hermanos
de Safo
traducción de Luciano Sabattini.

Te la pasas machacando que Caraxo vendrá
Con una nave llena. Esas cosas, creo, Zeus
Y todos los dioses juntos las saben: no hace falta
Que pienses en ellas.

En lugar de eso, deberías enviarme a mí
Para que implore mucho a la reina Hera
Que Caraxo regrese guiando
Tu nave,

Y que nos encuentre sanos y salvos. Todas las otras
Cosas, confiésemoslas a los dioses:
Pues de una gran tormenta vienen al punto
buenos tiempos.

Si quiere el rey del Olimpo
Que un dios auxiliador los libre ya
de los dolores, aquellos llegarán felices
y muy ricos.

Y en caso de que Larico, algún día,
Se volviera hombre ocioso,
Nos libraríamos al punto
De tanta aflicción.

 

Στην κρύα πόλη πάμπτωχος

Του Θανάση Κούτλη

ζητιάνος

Στην κρύα πόλη πάμπτωχος εβγήκα

ένα θαμπό πρωί ομίχλης και βροχής

Στα χείλη μου σβησμένα λόγια προσευχής

σαν τον επαίτη θάρρεψα και βγήκα.

——–

Περιφερόμουνα χωρις κανείς να με προσέχει

Όλοι σκυμμένοι σε παζάρια ενοχής

Υπήκοοι μιας σιωπηλής αρχής

που όλα τα εξηγεί και τα κατέχει.

——–

Ακούμπησα την πλάτη σε ένα τοίχο

Το χέρι μου απλωσα και με τον ήχο

Έσμιξα την φωνή μου της βροχής

Παρακαλώ σας, ψέλλισα, ένα στίχο…ένα στίχο…

Επιτάφιον

του Κ.Π. Καβάφη – Από τα Κρυμμένα Ποιήματα  Κ.Π. Καβάφης

Ξένε, παρά τον Γάγγην κείμαι Σάμιος
ανήρ. Επί της τρισβαρβάρου ταύτης γης
έζησα βίον άλγους, μόχθου, κ’ οιμωγής.
Ο τάφος ούτος ο παραποτάμιος

κλείει δεινά πολλά. Πόθος ακήρατος
χρυσού εις εμπορίας μ’ ώθησ’ εναγείς.
Εις ινδικήν ακτήν μ’ έρριψ’ η καταιγίς
και δούλος επωλήθην. Μέχρι γήρατος

κατεκοπίασα, ειργάσθην απνευστί —
φωνής ελλάδος στερηθείς, και των οχθών
μακράν της Σάμου. ΄Οθεν νυν ουδέν φρικτόν

πάσχω, κ’ εις άδην δεν πορεύομαι πενθών.
Εκεί θα είμαι μετά των συμπολιτών.
Και του λοιπού θα ομιλώ ελληνιστί.

βαμμένα κόκκινα νύχια

της Αθήνας Ε. Ιλιάδη the-fall-of-false-revolution-carlos-solis

μελαγχολώ στην ανυπαρξία του ανθρώπινου συναισθήματος όπως αντικατοπτρίζεται στα μακραίωνα αρρενωπά βαμμένα κόκκινα τραχιά νύχια της εξουσίας,

μελαγχολώ κοιτάζοντας το σκατωμένο μέτωπο του λευκού ανθρώπου, που γυρίζει τρεκλίζοντας, διαλαλώντας τάχα την αλήθεια.

μελαγχολώ κι ανθίσταμαι στην επιβεβλημένη απανθρωπιά, τυλιγμένη στους στρεβλούς αρχΕωαιλοινηκούς πΕάναις,  και  φορεμένη σα γαλανόλευκο καταματωμένο σώβρακο βλακῳδους αγραμματοσοἷνις, δολοφωνικου υπερπατριωτισμῶ που καπιλεύεται την ανέχεια του ανενημέρωτου κόσμου, ενώ ταυτόχρονα ερωτοτροπεί παράφορα με φτωχές στολές και υψηλές τραπεζικές επιταγές για τον πολλαπλασιασμό της κόπρου του Αυγείου.

μελαγχολώ όταν οι  αυτόκλητοι “ρομπέν των δασών” δολοφονούν  με τα ματοβαμμένα ρούχα του βασιλιά καρνάβαλου.

Άρτεμις

της Λίνας Νικολακοπούλουnikolakopoulou

Δε θα σε βάλω εγώ ποτέ να μαγειρέψεις
θα `μαι κοντά σου μοναχά σαν με γυρέψεις
Μετά θα φεύγω πάλι να μ’ επιθυμείς
Δε θα κρατήσω μαύρη τσάντα στο γραφείο
ένα φτερό γυπαετού θα έχω λοφίο
στη λεγεώνα της πιο ένδοξης τιμής

Άρτεμις θεά των κοριτσιών
φόβιζε με μ’ ασημένιο τόξο
απ’ τις ψευτονίκες των ανδρών
και από τη θλίψη που `χουν να `μαι απ έξω

Δε σ’ έχω δίπλα για να έχω να ζηλεύω
Πέτα τα πέπλα σου στα δάση που χορεύω
να σε λατρέψω όλη νύχτα σαν φρουρός
Με τις δερμάτινες τις βρώμικες μου μπότες
έσπασα μέσα μου και είδωλα και πόρτες
να σ’ αγκαλιάσω σαν το χώμα καθαρός

Άρτεμις θεά των κοριτσιών…

Artemis

by Lina Nikolakopoulou

I will never make you cook
I’ll be near you only when you seek me
then I’ll be leaving again so you can miss me.
I will not hold a black briefcase to my desk
I will have an eagle feather as my emblem
in the legion of the highest honor.

Artemis, goddess of the girls
keep scaring me with a silver bow.
From the fake victories of men
and from the sorrow they have, keep me away.

I don’t have you next to me so I can have reasons to be jealous.
Throw your veils in the forests where I dance
so I can worship you all night, like a guard.
With my dirty leather boots
I broke inside me both idols and doors
so I can hug you like the ground, clean.

Artemis, goddess of the girls…

Artemis

de Lina Nikolakopoulou

No te haré nunca guisar.
Estaré a tu lado sólo cuando me busques.
Luego me iré otra vez para que me sigas deseando.
No guardaré una cartera negra en la oficina.
Llevaré de penacho una pluma de quebrantahuesos
en la legión de honor más ilustre.

Artemis, diosa de las muchachas
espántame con tu arco de plata
fuera de las falsas victorias de los varones
y para que me mantenga alejado de sus tristezas.

No te tengo a mi lado para ponerme celoso.
Arroja tus velos en los bosques donde bailo
para que te adore la noche entera como un guardián.
Con mis botas sucias de cuero
he roto en mi interior puertas e ídolos
para poder abrazarte limpiamente cual tierra.

Artemis, diosa de las muchachas…

Των Κολοκοτρωναίων

Δημοτικό τραγούδιexodos

Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια
λάμπουν και τα `λαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων,
πόχουν τ’ ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες,
τις πέντε αράδες τα κουμπιά, τις έξι τα τσαπράζια,
οπού δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν.
Καβάλα τρώνε το ψωμί, καβάλα πολεμάνε,
καβάλα πάν’ στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε,
καβάλα παίρν’ αντίδερο απ’ του παπά το χέρι.
Φλωριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλωριά ρίχνουν στους άγιους,
και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες.
“Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια”.
Κι ο Θοδωράκης μίλησε, κι ο Θοδωράκης λέει:
“Τούτ’ οι χαρές που κάνουμε σε λύπη θα μας βγάλουν.
Απόψ’ είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου,
θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα.
Ελάτε να σκορπίσουμε, μπουλούκια να γενούμε.
Σύρε, Γιώργο μ’ , στον τόπο σου, Νικήτα, στο Λοντάρι,
εγώ πάου στην Καρύταινα, πάου στους εδικούς μου,
ν’ αφήκω τη διαθήκη μου και τοις παραγγολές μου,
τι θα περάσω θάλασσα, στη Ζάκυνθο θα πάω”.