Ἀρχεῖο | Μαΐου 2015

Τρελέ τσιγγάνε

της Ιωάννας Γεωργακοπούλου

Ιωάννα Γεωργακοπούλου

Τρελέ τσιγγάνε, για πού τραβάς
μέσα στη νύχτα μόνος πού πας
ο χωρισμός σου είναι καημός
μες στην καρδιά μου παντοτινός

Τι φεύγεις μόνος και βιαστικός
σα να `σουν ξένος περαστικός
σκλάβα σου μ’ έχεις παντοτινά
πάρε κι εμένα στα μακρινά

Τρελέ τσιγγάνε τι με κοιτάς
έρημη μόνη με παρατάς
πάμε τσιγγάνε, πριν την αυγή
θα `ρθω μαζί σου και όπου βγει

Advertisements

Δακρύσαν τα σεντόνια μου

της Aγγελικής Ελευθερίου

αγγελική ελευθερίου

Όταν από κοντά μου πια θα έχεις φύγει
κι όταν δε θα `χω από πού να κρατηθώ,
όταν κι οι φίλοι θα χαθούνε λίγοι λίγοι
κι αυτή η νύχτα που θαρρώ πως θα πνιγώ,
πόσες αγάπες μες στον κόσμο θα `χουν μείνει
και τη δικιά σου σε ποια μάτια θα την βρω.

Δακρύσαν τα σεντόνια μου κι απόψε
κι από τα τζάμια στάζει καταχνιά.
Παρ’ την κιθάρα σου και λίγο παίξε
για κείνο το πουλί στην ερημιά.

Μην κλαις μέσα στον ύπνο σου τα βράδια
και λες πως θες να μείνεις μοναχή.
Τα όνειρά σου τα `κανες κομμάτια,
χωρίς αυτά πού θα βρεις την αρχή;

Θάνατος στα ελληνικά πετρέλαια ή τα παιδιά του Ζεβεδαίου

της Αγγελικής Ζαντέ, στη μνήμη των δύο εργατών των Ελληνικών Πετρελαίων

ippeus

Το άφθαρτο του μαύρου

έγνεψε μιά φορά

κι ο Δευτεραίος των Ζεβεδαίων

κάθησε  δεξιά του Χριστού.

Ο επόμενος δεν περίμενε,

κάθησε αριστερά.

Ο θάνατος στόλισε

τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Προσοχή! Τώρα εκδίδονται οι αρλεκίνοι,

με ανακοινώσεις για το μοιραίο καμίνι.

Στην Αχερουσία λίμνη του κέρδους

ο βαρκάρης περιμένει

τα υπόλοιπα παιδιά,

τα παιδιά του Ζεβεδαίου.

Πόθοι

του Κώστα Κρυστάλλη

Kostas_Krystallis

—————————–

Θ. Πασχίδη ἀδελφῷ
θανόντι ἐν ἐξορίᾳ

—————————–

-Ἤθελα νἄμουν σταυραητός, νὰ πέταγα τ᾿ ἀψήλου,
ν᾿ ἀνέβαινα στὴ Λιάκουρα, κατάκορφα στὴ ράχη,
νἄριχνα ἐκεῖθε μία ματιά, ν᾿ ἀγνάντευα τὸν Πίνδο,
νὰ ἰδῶ πῶς μοῦ τὸν ἔκαμαν τὰ χρόνια κ᾿ ἡ σκλαβιά του.
Ποιὸς λέει δὲν κλαῖνε τὰ βουνά; Ποιὸς λέει πὼς δὲν γεράζουν;…
Χιόνια καὶ κρούσταλλα παλιά, γεράματα γιομάτα,
σκεπάζουνε τὸν Πίνδο μου, καὶ καταχνιὲς τὸν πνίγουν·
κι ἀκούγω, ἀκούγω ἀπὸ μακρυά, ἀκούγω ἀπὸ τὰ ξένα
τῆς γερατειᾶς του τὸ σκουσμό, τὸ κλάμμα τῆς σκλαβιᾶς του.
Ἄχ! πότε αὐτὸ τὸ σκούξιμο, τρανὴ κραυγὴ θὰ γίνει,
κραυγὴ ἀνήμερου θεριοῦ, ἐκδίκηση γιομάτη,
νὰ μάσει ἀπὸ τὴν ξενιτιὰ τὰ ἔρμα τὰ παιδιά σου,
τ᾿ ἀστροπελέκια σου ἄρματα, Πίνδε, νὰ μᾶς μοιράσεις,
μία μέρα, ν᾿ ἀναστήσουμε τὴ δόλια μας πατρίδα!…
Ἄχ! πότε ἡ καταχνιά σου αὐτὴ κ᾿ ἡ τόση σου θολούρα,
ποὺ τώρα στὸ ἀτέλειωτο σάβανο σὲ τυλίγει,
πότε νὰ γίνει θὰ τὴν δῶ καπνούρα ἀπὸ ντουφέκια!…
Καὶ πότε αὐτὸς ὁ ἥλιος σου, ποὖναι νεκρὸς καὶ κρύος,
πότε μία μέρα θὲ νὰ βγεῖ ζεστὸς μέσ᾿ στὲς κορφές σου,
νὰ λυώσουνε τὰ κρούσταλλα καὶ τὰ πολλά σου χιόνια,
καὶ φυτρώσουν, μία ἄνοιξη, μαζὶ μὲ τὰ λουλούδια,
ἀρματωμένα, Πίνδε μου, τὰ νιάτα τὰ παλιά σου!…

 

Nyx – A Louise aussi de Lyon et d’Italie

par Catherine Pozzi

catherine pozzi

O vous mes nuits, ô noires attendues
O pays fier, ô secrets obstinés
O longs regards, ô foudroyantes nues
O vols permis outre les cieux fermés.

O grand désir, ô surprise épandue
O beau parcours de l’esprit enchanté
O pire mal  ô grâce descendue
O porte ouverte où nul n’avait passé

Je ne sais pas pourquoi je meurs et noie
Avant d’entrer à l’éternel séjour.
Je ne sais pas de qui je suis la proie.
Je ne sais pas de qui je suis l’amour.