Ἀρχεῖο | Ἰουλίου 2015

Mέρες υπό καταστολή

της Νάγιας Κυριαζοπούλου

Nάγια Κυριαζοπούλου

Αυτές οι μέρες δεν έχουν καθίσματα.

Δύσκολα ισορροπώ, παίζω κουτσό

σαν όταν ήμουν κάποτε μικρή

και η άλγεβρα ήταν ένα μάθημα μουντό – δεν είχε χρώμα.

Τώρα είμαι κουτσή

χοροπηδώ πάνω από αριθμούς για να μην καώ.

——-

Εύκολα κλείνομαι στην αγκαλιά του μηδενός.

——-

Αυτές οι μέρες είναι υπό καταστολή.

Έξω τα ρολόγια σημαίνουν τις ώρες κανονικά.

Υπάρχει κίνηση στους δρόμους

κι οι ανάσες συμφωνούν με τους χτύπους τις καρδιάς.

Η αγωνία είναι ένα παιχνίδι που παίζεται με χαρτιά

και τα χαρτιἀ τα μοιράζονται οι παίκτες.

Και παίζουν μ’ένα τίποτα για έπαθλο.

——-

[Κάποτε εκεί

ο παππούς μου καλλιεργούσε στάρι και ξέρω τι θα πει αλώνι.

Μου έκρυβε σε κάθε τσέπη του καραμέλες

και ήξερε μόνο να μετράει αγκαλιές.

Πώς να επιστρέψω εκεί;]

Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης

στον Αντρέα

της Μάτσης Χατζηλαζάρου

μάτση χατζηλαζάρου

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,

όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ακρογιάλια,

τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων των κυμάτων.

———-

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,

όλους τους ασφόδελους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου

τα μεράκια, τα ντέρτια – το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,

το κρεμεζί μου το μαντήλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.

———-

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,

όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως

και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, το φόβο μου

όταν με διώχνουνε, την έξαρσή μου όταν θέλω, τη χαρά μου όταν ζω.

———-

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,

όλες τις μέρες του χρόνου – δικές μου είναι, από τη μιαν

αυγή στην άλλη – με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,

ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.

Θλιμμένα μάτια

της Πέρθας Καλέμη

θλιμμένα μάτια

Μέσα στη λιμνοθάλασσα τα μάτια σου θλιμμένα

διαβήκαν απ’ τις φλέβες τους αμέτρητοι καημοί

τα νέφη που χρυσόλαμπαν άλλοτε ονειρεμένα

τώρα τρεμίζουν μέσα τους κοπάδια οι στεναγμοί.

Μέσα στη λιμνοθάλασσα που μύρα έχει κεράσει

ξάφνου πέφτει τ’ αστρόφεγγο με μήνυμα ορθρινό

ενώ αρμενούσαν κι έπλεαν τα μάτια σου στην πλάση

έστειλ’ ο πόνος κύματα περ’ απ’ τον ουρανό.

Μέσα στη λιμνοθάλασσα που σελαγίζει δάκρυ

πόνος βαθύς θρονιάστηκε μέσα στο στοχασμό

κι η σκέψη πάντα ξάγρυπνη ψάχνει να βρει μιαν άκρη

μιας κι η καρδιά τυλίχτηκε μέσα στο μαρασμό.

Δεν ήξερα

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

i don't know

Κοιτούσες πίσω

κάθε δυό βήματα

κι εγώ γελούσα

δεν ήξερα

κοίτα, σκεφτόμουνα,

πόσο φοβάται

και σε ενθάρρυνα

και σου ζωγράφιζα

στόχους και κίνητρα

για να πετάξεις

Κοιτούσα πίσω

κάθε δυό βήματα

γιατί πονούσα

η ζωή περίμενε

ονειρευόμουνα

κι όλο γελούσες

δεν ήξερες

τι δύναμη είχαν τα φτερά που μ’ είχες ντύσει

κοιτούσα κι έκλαιγα γιατί

δε θα γυρνούσα…