Ἀρχεῖο | Ὀκτωβρίου 2015

The Applicant

Sylviaplath

First, are you our sort of a person?

Do you wear

A glass eye, false teeth or a crutch,

A brace or a hook,

Rubber breasts or a rubber crotch,

Stitches to show something’s missing? No, no? Then

How can we give you a thing?

Stop crying.

Open your hand.

Empty? Empty. Here is a hand

To fill it and willing

To bring teacups and roll away headaches

And do whatever you tell it.

Will you marry it?

It is guaranteed

To thumb shut your eyes at the end

And dissolve of sorrow.

We make new stock from the salt.

I notice you are stark naked.

How about this suit –

Black and stiff, but not a bad fit.

Will you marry it?

It is waterproof, shatterproof, proof

Against fire and bombs through the roof.

Believe me, they’ll bury you in it.

Now your head, excuse me, is empty.

I have the ticket for that.

Come here, sweetie, out of the closet.

Well, what do you think of that?

Naked as paper to start

But in twenty-five years she’ll be silver,

In fifty, gold.

A living doll, everywhere you look.

It can sew, it can cook,

It can talk, talk, talk.

It works, there is nothing wrong with it.

You have a hole, it’s a poultice.

You have an eye, it’s an image.

My boy, it’s your last resort.

Will you marry it, marry it, marry it.

Ο Υποψήφιος

της Σύλβια Πλαθ,  μετάφραση Κλαίτης Σωτηριάδου
Πρώτον, είσαι δικός μας άνθρωπος;
Είναι
γυάλινο το μάτι σου, ψεύτικα τα δόντια σου, έχεις δεκανίκι,
σιδεράκια ή άγκιστρο,
λαστιχένια στήθη ή λαστιχένιο στήριγμα,
 
ράμματα που να δείχνουνε πως κάτι λείπει; Όχι, όχι; Τότε
πώς μπορούμε να σου δώσουμε οτιδήποτε;
Σταμάτησε το κλάμα.
Άνοιξε το χέρι σου.
Άδειο. Άδειο; Να ένα χέρι
 
να το γεμίσει και πρόθυμο
να φέρνει φλιτζάνια και να διώχνει πονοκέφαλους
και να κάνει ό,τι του πεις.
Θα το παντρευτείς; 
Είναι εγγυημένο.
 
Να κλείσει με τα δάχτυλα τα μάτια σου στο τέλος
και από λύπη να διαλυθεί.
Φτιάχνουμε καινούρια αποθέματα από τ’ αλάτι.
Βλέπω πως είσαι τσίτσιδος.
Τι λες για το κουστούμι αυτό –
 
Μαύρο και σκληρό, μα δεν σου πάει κι άσχημα.
Θα το παντρευτείς;
Είναι αδιάβροχο, άθραυστο, ανθεκτικό
στη φωτιά και στις βόμβες απ’ τη στέγη.
Πίστεψέ με, θα σε θάψουμε μ’ αυτό.
 
Τώρα το κεφάλι σου, με συγχωρείς, είναι άδειο.
Έχω και την απόδειξη.
Έλα εδώ, μωρό μου, βγες απ’ το ντουλάπι.
Λοιπόν, τι λες γι’ αυτό;
Γυμνή σαν το χαρτί προς το παρόν.
Αλλά σε είκοσι πέντε χρόνια θα γίνει ασημένια,
σε πενήντα χρυσή.
Όπου και να κοιτάξεις, μια κούκλα ζωντανή.
Ξέρει να ράβει, ξέρει να μαγειρεύει,
ξέρει να φλυαρεί.
 
Δουλεύει. Όλα πάνε μια χαρά.
Έχεις μια τρύπα. Είναι μπλάστρι.
Έχεις ένα μάτι, είναι είδωλο.
Αγόρι μου, είναι το τελευταίο σου καταφύγιο.
Θα το παντρευτείς, θα το παντρευτείς, θα το παντρευτείς.
Advertisements

Dilek Doğan

της Αγγελικής Ζαντέ

dilekdogan

Χτενίζω τα όμορφα

μαύρα μαλλιά μου,

τι ωραία που ΄ναι

η ζωή στα 25,

τι ωραίο το σπίτι μου,

τι καθαρό!

Κανέναν δεν θ’αφήσω

να μου το λερώσει,

κανέναν με τις μπότες του

να μπει.

——

Χαρίζω σε σας το χαμόγελό μου

και μιά καθάρια,

λέφτερη ματιά.

Τι κρίμα για τον άνανδρο

που με μιά σφαίρα μ’ έκανε

αθάνατη!

Κοντραμπάντο

της Μέλπως Αξιώτη,

Μέλπω Αξιώτη

Και τώρα ξέρετε βιάζομαι.

Είναι πολλή η δουλειά, λέτε να προλάβω;

έχω να συναντήσω κάποιονε που με γέννησε απάνω

σ’ έναν κάβο με τ’ όνομα η Ελλάς·

ω, δεν είναι της μόδας το παρελθόν – έτσι μου λένε,

στα ρούχα μεταποιήθηκαν τα πέτα και οι κονκάρδες,

ο συρμός μάλλον φέτος κλίνει στην αμνησία…

Σου φέρνω τον εαυτό μου

τώρα

ξένον ταξιδιώτη

μέσα στο καράβι μου…

Εδώ στάθηκα τώρα

με το παλιό ραβδί μου,

συχνά ένας γέρος άνθρωπος

ξεχνά τις ημερομηνίες

για να θυμάται πιο καλά τα πράγματα,              

στο σπίτι μου ήρθα τώρα

ταξιδιώτης ξένος στο καράβι μου,

δεν έβγαλα φορτωτική,

δεν έχω εντάξει τα χαρτιά,

άνοιξε νύχτα το φεγγίτη,

εσύ κυρά μου που είσαι γενναία,

πατρίδα σ’ ονομάζουνε, για να μου το κρύψεις

το κοντραμπάντο μου.

Το ταξίδι

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

taxidi

Μακρύ ταξίδι κι ακριβό

απ’ το πανάρχαιο δέος

να ξεκινάς με την καρδιά του ζώου την τρομαγμένη

μέσα στην πράσινη γιορτή, το φως, την παραζάλη

μες στους χυμούς, τη μουσική, τη μέθη των χρωμάτων

γύρω από μια φωτιά, ολόγυρα θηρία

αιώνες πριν

να φεύγεις και να κουβαλάς

όπλα και δώρα απλόχερα που μοίρασε η φύση

και να χορεύεις πλέκοντας με τούτα φαντασίες

και να γεννάς και να γελάς και να πονάς

και να ‘χεις τ’ άστρα μάρτυρες και τα παιδιά

αιώνες πριν

στη λάσπη στην κάψα στη βροχή

στους πάγους να ξαπλώνεις

να ‘ρχονται οι ψίθυροι αργά

της άλλης ζωής τριγύρω

για να τους πλάσεις με πυλό

να φτιάξεις εργαλεία

και ζωγραφιές, μύθους, θεούς και τέχνες

αιώνες πριν

κι ύστερα να ‘ρχεται η κακή

η ώρα που θα μεθύσεις

θ’ ανυψωθείς περήφανα κοιτώντας τι έχεις φτιάξει

μικρός θεός τώρα εσύ, θα καταπιείς τους άλλους

κι εκείνη η γέρικη ελιά που τότε σου μιλούσε

θα λυπηθεί

μακρύ ταξίδι κι ακριβό

δες πόσα έχεις πληρώσει

για να ‘σαι τώρα μοναχός

ξένος και στειρωμένος

μιας γκρίζας γης ο βασιλιάς

ολόγυρα σκουπίδια

νάρκες, καπνοί, ελικόπτερα

που πήγε η αγάπη;

γιατί σταμάτησε η γιορτή;

γιατί πεθάναν όλοι;

Ο σπαραγμός για την νεαρή Αντίβια

της Ανύτης, νεοελληνική απόδοση Αγγελικής Ζαντέ

red-lily2

Οδύρομαι για την νεαρή Αντίβια, γι΄αυτήν πολλοί

σαν μέλλοντες γαμπροί έφθασαν στο σπίτι του πατέρα της

θαυμάζοντας την σύνεση και την ομορφιά της, αλλά πάνω απ΄όλες

τις ελπίδες το μέλλον κύλισ΄ η ολέθρια η Μοίρα.

Παρθένον Ἀντιβίαν κατοδύρομαι

τῆς Ἀνύτης

——-

Παρθένον Ἀντιβίαν κατοδύρομαι, ἇς ἐπὶ πολλοί

νυμφίοι ἱέμενοι πατρὸς ἵκοντο δόμον

κάλλευς καὶ πινυτᾶτος ἀνὰ κλέος· ἀλλ’ ἐπὶπάντων

ἐλπίδας οὐλομένα Μοῖρ’ ἐκύλισε πρόσω.

 

Ο ξεριζωμός

της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου

Με πήρε αέρας και βοριάς
δεντρί ξεριζωμένο
και μ’ έριξε σε ξένη γη
κι είμαι πουλί χαμένο.

Πόνος και καημός
είναι τα πικρά τα ξένα
κι ο ξεριζωμός.

Τον ξένο έκανα αδερφό
πατρίδα μου μια ξένη
είμαι κι εγώ απ’ τους πολλούς
γενιά ξεριζωμένη.

Πόνος και καημός
είναι τα πικρά τα ξένα
κι ο ξεριζωμός.

Το σπίτι

της Άννας Καμιένσκα

μετάφραση του  Άρη και Νίκου Χατζηνικολάου

Anna Kamienska

Κανείς δεν θα με αποσπάσει απ΄αυτή τη γη

απ΄αυτό το λόφο, το γκρεμισμένο σπίτι

που ζούσε η αγάπη

το κλάμα  και το γέλιο των παιδιών.

Θα πιαστώ με τα νύχια

θ΄ανακατευτώ μ΄αυτό

ως να ψηλώσει το πράσινο χόρτο

θα το κλείσω

στη χούφτα των πέντε δακτύλων

στη χούφτα των σιωπηλών αισθήσεων

στη χούφτα της ακούραστης σιωπής

και για όλα τα ανείπωτα

ας μαρτυρήσει του τάφου η πλάκα.