Ἀρχεῖο | Φεβρουαρίου 2016

Ψαλμός

της Βισλάβα Σιμπόρσκα, μετάφραση Βασίλη Καραβίτη

Βισλάβα Σιμπόρσκα

Ω, πόσο διάτρητα είναι τα σύνορα στις πολιτείες

που έστησαν οι άνθρωποι!

Πόσο αμέτρητα τα σύννεφα που επιπλέουν

ατιμώρητα πάνω τους!

Πόσο αμέτρητη η άμμος των ερήμων που μετακινείται

από χώρα σε χώρα!

Πόσο αμέτρητα τα βουνίσια βότσαλα που κατρακυλούν

στις ξένες επικράτειες

με προκλητικά πηδηματάκια!

                                    

Χρειάζεται εδώ να απαριθμήσω κάθε πουλί, ένα ένα,

πως πετάει πάνω απ’ τη μεθόριο

ή πως προσγειώνεται μόλις τώρα πάνω

στο χαμηλό οδόφραγμα της;

Αν πρόκειται μόνο για ένα σπουργίτι- η ουρά του

βρίσκεται τώρα στα ξένα

αν και το ράμφος του είναι ακόμα στην πατρίδα,

κι επιπλέον –σαν να μην έφτανε αυτό- δεν σταματάει

να πηγαινοέρχεται σα νευρόσπαστο.

                                    

Απ’ τα’ αναρίθμητα έντομα θα ξεχωρίσω

μόνο το μυρμήγκι,

που ανάμεσα στην αριστερή και τη δεξιά

αρβύλα του συνοριακού φρουρού

στο ερώτημα «που πηγαίνει» και «πουθ’ έρχεται»

δεν φορτώνεται καμιά απόκριση.

                                     

Ω, τι θέαμα να βλέπεις αυτό το χάος

πάνω σε κάθε ήπειρο με μια ματιά

και σ’ όλες τις λεπτομέρειες

γιατί, δεν είναι το λιγούστρο στην αντίπερα όχθη

που περνάει λαθραία το πολλοστό του φύλλο

σ’ όλο το πλάτος του ποταμού;

Γιατί ποιος, αν όχι η σουπιά με τα θρασύτατα

μακριά πλοκάμια της,

παραβιάζει την καθαγιασμένη σφαίρα

των χωρικών υδάτων;

                                             

Γενικά μπορούμε να μιλάμε για κάποιο

είδος τάξης

όταν ακόμα και τ΄ αστέρια δεν γίνεται

να τα ορίσουμε σωστά

έτσι ώστε να ξέρουμε για το καθένα ποιο απ’ όλα

ακτινοβολεί και για ποιον;

                                           

Κι ας μην μιλήσομε για την αξιόμεμπτη εξάπλωση

της ομίχλης!

Και τις μάζες της σκόνης πάνω σ’ όλες τις στέπες

σα να μην είχαν διόλου διαμοιραστεί.

Και τους αντίλαλους στ απρόθυμα κύματα του αέρα,

από φωνές, επικλητικά τσιρίγματα

και υπαινικτικά γουργουρητά.

                                          

Μόνο ό,τι είναι ανθρώπινο μπορεί πραγματικά

να είναι ξένο.

Τα υπόλοιπα είναι όλα πυκνοπλεγμένα δάση,

λαγούμια από τυφλοπόντικες και άνεμος.

Όνειρο

της Ζωής Καρέλη

Zoe_Karelli

Ένα μεταξένιο μαγνάδι, ακαθόριστο

έπεφτε κάπως βαρύ, βαρύτατο ύστερα.

Γύρευα την αρχή του με το χέρι,

την κάθετη ούγια· και το χέρι μου

χώθηκε στο βαρύ αδιέξοδο ύφασμα.

Τόσο σε τούτο το εμπόδιο

ύλη πηχτή! Οι πτυχές πυκνώνουν.

Κάποιο μαχαίρι ζητούσα, για ν΄ανοίξω

τη δίοδο.

Γιατί τούτο το ύφασμα

κολλάει πολύ πάνω στο σώμα,

τυλίγει τη ζωή μου,

δεν φεύγει από πάνω μου.

 

Κάποιο μαχαίρι, για να κοπούν

οι συνήθειες, τα ύπουλα μάγια,

που φαίνονται τόσο πολύτιμα,

ίσως ωραία, κ΄είναι αδυσώπητα.

Όμως η λεπίδα, καθώς ελπίδα

πήγε να σκίσει το τύλιγμα

το πλεγμένο απάνω μου πλέγμα,

εμπόδιο βρήκε του σώματός μου

την ψυχή και πόνεσ΄επώδυνα

η τομή που έκανα, πολύ!

Για να φύγω, έσκισα το ντυμένο

κορμί μου – για να φύγω από εκεί.

Πέρ΄απ΄τής συνήθειας το ένδυμα,

καθώς καίρια είχε χτυπηθεί,

νόμισα πως θα πέθαινα.

Συμφωνίες

της Γιάννας Βέρα

συμφωνίες

Τα βιαστικά χτυπήματα των ρολογιών

μή σού θυμίζουν όσα φέρνουν,

μή σού θυμίζουν όσα παίρνουν.

Με νευρικές κινήσεις των χεριών

τ΄αφτιά μην κλείνεις

και μην παιδεύεσαι τού κάκου.

 

Σε μιά γωνιά του δωματίου τού σκοτεινού

το φάντασμα λησμόνει της οδύνης

κι άκου

τα βιαστικά χτυπήματα των ρολογιών.

 

Μα να τ΄ακούς αδιάφορα, ώρες πολλές,

μα να τ΄ακούς αδιάκοπα, κι όλο να λές

πως δεν μπορεί παρά να υπάρχει μέσα εκεί

μια μουσική,

και να ζητάς να τηνε ξεδιαλύνεις.

Ο ζωγράφος

της Μιρέλας Λαμπιδώνη, αφιερωμένο στον Todd Lowery

Todd Lowery Πολυτεχνείο

Πολυτεχνείο του Todd Lowerry

 

Κάποιοι τον πρόσεξαν

έψαχνε χρώματα στις σκοτεινές γωνιές της πόλης

κάτω από κάδους ξέχειλους

ανάμεσα στις στάχτες

στο προσκεφάλι δίπλα στα σκαλιά

στην παραλιακή και στο πολυτεχνείο

κάποιοι γελάσαν, άστον να ψάχνει

πολύ βαθιά είχε θάψει ο Ιλισσός τα γκριζοπράσινα

πολύ ρηχά η γη τα καστανά

κάτω από γκρί ασφάλτινες κορδέλες

κάτω από γυάλινα άδεια μαγαζιά

εκεί που οι πέτρες μυστικά φυλάν την ιστορία

κι εμείς, θλιμμένοι πια και σκοτεινοί

σε μια κυψέλη πάνω τους να καρτεράμε

νάρθει ο ήλιος το πρωί

να δείξει η πόλη

…………………………

άστον να ψάχνει

στα τζάμια να ερμηνεύει τους ιριδισμούς

να ξεφλουδίζει τις σκιές και να τις ζωντανεύει

η πόλη ενα πολύχρωμο μωσαϊκό στα μάτια του

εμείς…σιωπή

μες στις γαλάζιες μας καρδιές

βαθιές πληγές τα ολόχρυσα τ’ αστέρια

σιωπή, χαμογελάμε ξέροντας πως είναι εκεί

κάποιος μας παρακολουθεί

κάποιος μας ζωγραφίζει.

Κάποιοι τον πρόσεξαν

έψαχνε χρώματα στις σκοτεινές γωνιές της πόλης

κάτω από κάδους ξέχειλους

ανάμεσα στις στάχτες

στο προσκεφάλι δίπλα στα σκαλιά

στην παραλιακή και στο πολυτεχνείο

κάποιοι γελάσαν, άστον να ψάχνει

πολύ βαθιά είχε θάψει ο Ιλισσός τα γκριζοπράσινα

πολύ ρηχά η γη τα καστανά

κάτω από γκρί ασφάλτινες κορδέλες

κάτω από γυάλινα άδεια μαγαζιά

εκεί που οι πέτρες μυστικά φυλάν την ιστορία

κι εμείς, θλιμμένοι πια και σκοτεινοί

σε μια κυψέλη πάνω τους να καρτεράμε

νάρθει ο ήλιος το πρωί

να δείξει η πόλη

…………………………

άστον να ψάχνει

στα τζάμια να ερμηνεύει τους ιριδισμούς

να ξεφλουδίζει τις σκιές και να τις ζωντανεύει

η πόλη ενα πολύχρωμο μωσαϊκό στα μάτια του

εμείς…σιωπή

μες στις γαλάζιες μας καρδιές

βαθιές πληγές τα ολόχρυσα τ’ αστέρια

σιωπή, χαμογελάμε ξέροντας πως είναι εκεί

κάποιος μας παρακολουθεί

κάποιος μας ζωγραφίζει.

Φάνηκε και από άλλα ποιήματα

της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

rouk_aegina_art

Ποτέ μου δεν κατάλαβα την άνοιξη

– φάνηκε και από άλλα ποιήματα –

γι’ αυτό κι όλες οι παρεξηγήσεις με τη σάρκα

την ελπίδα, την αυτογνωσία μέσα στο χρόνο.

Ποτέ μου δεν κατάφερα να ισορροπήσω

το ετήσιο θαύμα

με την αιώνια σιωπή

την αλήθεια τού ανανεούμενου άνθους

με τον έναν και μόνο θάνατο.

Μελέτησα πάλι σήμερα το καινούργιο πράσινο

και πώς ο παγωμένος αέρας έκπληκτος

μπρος στις διαχύσεις της φύσης

κάνει ένα βήμα πίσω.

Το φως ακκίζεται σε μισοκρυμμένες κορφές

κι εγώ βρέθηκα πάλι

εκτός θέματος.

Το θέμα είναι ένα:

Το προσωπικό σώμα

κι ο απρόσωπος χαμός του.

Hope

by Angela Zante

 

the deaf fish

 

Soul in dispersion

collects the sun,

its warmed eye rises

carring hopes.

the hopes are given

to the undeads

being crowded on the life-dock.

————

Whose row is first?

Why?

————

A voice is coming…:

“Strongly hold the Hope,

only feed the fishes.

AND you’ll be happy again!”

Η Μορφή

της Ζωής Καρέλη απόσπασμα από τα “Παραμύθια του κήπου”

elpida

Ελπίδα παράξενη και παράλογη!

Ξυπνείστε τους ανθρώπους

να κυνηγήσουν τα όνειρα πριν να χαθούν,

αερικά στο μαγεμένο δάσος.

Ξυπνείστε τους ανθρώπους να κυνηγήσουν,

να βάλουν τα όνειρα

σε σιδερόφραχτα κλουβιά,

πιά να μην τους παιδεύουν.

Οι τυχεροί

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

οι τυχεροί

Παίζαμε ανέμελα κάτω απ’ τον ήλιο

σαν τα παιδιά,

με κείνα τα όμορφα τα όνειρά μας

πιάναμε ό,τι είχαμε και ξαναμμένοι

στη γη υπογράφαμε

ανήξεροι κι αδιάφοροι

με κείνη τη σκληράδα που’ χουν οι τυχεροί ˙

βλέπεις βρεθήκαμε με καλή μοίρα

γύρω μας έλαμπαν στον ήλιο πορτοκάλια

έτσι ν’ άπλωνες το χέρι….

ανάλαφρη γενιά

χορτασμένη, σπουδαγμένη

υποταγμένη στη χαρά

το εδώ και το σήμερα θεότητες τρομακτικές

με παγωμένο πλαστικό πρόσωπο

ξορκίζαμε το αύριο

με σφραγισμένα βιβλία κι αισθήματα

το χτες και το αλλού

………………………………..

Ακούγαμε καμιά φορά για αλλού

κάπου μακρυά, πολύ μακρυά

σχεδόν στα ψέμματα

κάποιοι πονούσαν

μα ήταν μακρυά,

εμείς εδώ

αυτοί εκεί,

ανθρώπινο νερό και λάδι

καντήλι σ’ άγνωστου θεού βωμό

……………………………….

Παίζαμε εμείς ανυποψίαστοι

μα μέσα στις ξανθές πορτοκαλιές

καλά κρυμμένο

πάντα τ’ αρχαίο θυσιαστήριο μας περίμενε…

Tomorrow’s Daughters

by Lebogang Mashile

Lebogang Mashile

I want to write a poem
About pretty black girls
Who don’t relax and lie their dreams away
Voices that curl
The straight edges of history
Hair thin slices of a movement
Turning the world kinky
I respect the disciplined silent screamers
Who expose the holes
Emily Dickinson, I am climbing through
To your wooden shed of isolation
Where the robin’s song
Robbed you of your sanity
I revere people to my own detriment
Perhaps you did too
But when I enter your hallowed hearth
Please don’t turn me away
I want to show pretty black girls
How to look at their hearts
With eyes blaring at full blast
The way you did
Together we can build a bridge
To the promise in their faces
And pull them towards poems
By pretty black girls
Wearing crowns of change

Maya

par Catherine Pozzi

catherine pozzi

Je descends les degrés de siècles et de sable
Qui retournent à vous l’instant désespéré
Terre des temples d’or, j’entre dans votre fable
Atlantique adoré.

D’un corps qui ne m’est plus que fuie enfin la flamme
L’Âme est un nom chéri détesté du destin —
Que s’arrête le temps, que s’affaisse la trame,
Je revins sur mes pas vers l’abîme enfantin.

Les oiseaux sur le vent dans l’ouest marin s’engagent,
Il faut voler, bonheur, à l’ancien été
Tout endormi profond où cesse le rivage
Rochers, le chant, le roi, l’arbre longtemps bercé,
Astres longtemps liés à mon premier visage,

Singulier soleil de calme couronné.