Ἀρχεῖο | Μαΐου 2016

Ωδή στη Σεγκόβια

Υπό Έρνεστ Χι

του Νικ Μπήτνικ, από το “Ψάξε-βρες το με τον Ερνέστο”

Alcazar of Segovia Spain by Tilenti

Το Αλκαζάρ στη Σεγκόβια, έργο του Τιλέντι

Απόκοσμη Σεγκόβια…

Με περιμένεις πολιορκημένη, στη ραχοκοκαλιά ενός λόφου·

πέρα, σε μια πράσινη κοιλάδα.

Στο βάθος του ορίζοντα, βουνά·

πάλλονται στη λιακάδα.

Τα μάτια μου, θάμπωσαν απ΄την αντηλιά.

Όμορφη μοιάζεις από μακριά, αν και κάπως θλιμμένη.

Το τραίνο έκανε αναστροφή, μου κρύφτηκες.

Η ατμομηχανή βογκά, καθώς ξεμακραίνει.

Έφτασε, επιτέλους, στον σταθμό.

Στολές, στολές…

Γέμισε το μάτι μου χακί στολές.

Πήρα θάρρος με μια γενναία γουλιά απ΄το πλακέ μπουκάλι,

κρέμασα στον λαιμό τη φωτογραφική μου μηχανή,

άρπαξα τη γραφομηχανή κι έτρεξα να σε συναντήσω.

Σε ξαναβλέπω μετά τη στροφή.

Μου επιτρέπεις να σε περιγράψω;

Να σε φωτογραφίσω;

Μπορώ να σε γνωρίσω πιο καλά

ή, μήπως, να τ΄αφήσω;

Μου γνέφεις καταφατικά, με τις περικοκλάδες

και με τις απλωμένες σου μπουγάδες.

Αρχίζω:

Τα σπίτια σου παλιά, όλο ραγάδες.

Πλινθόκτιστα και σφιχταγκαλιασμένα,

πίσω από φράχτες σκυθρωπούς.

Ξύλινα δοκάρια στηρίζουν τα ντουβάρια·

θυμίζουν πέτρινα βιολιά, με δρύινα δοξάρια.

Κουρτινάκια κεντητά, παράθυρα-φεγγίτες,

παρτέρια λιλιπούτια, παιώνιες, μαργαρίτες…

Τα πολυβόλα έχουν σιγήσει εδώ και ώρα,

οι κάννες τους όμως καπνίζουνε και τώρα.

Οι φασίστες, πρέπει να με πήραν μυρωδιά·

τους ακούω να γαβγίζουν σα σκυλιά.

Σήκωσα τον γιακά της καπαρντίνας μου

και τάχυνα το βήμα μου.

Δεν έχει πεζοδρόμια στον κεντρικό καρόδρομο·

είναι πλακόστρωτος και ανηφορικός, όλο στροφές·

σέρνεται στις γειτονιές, και μ΄οδηγεί σε μια στενή πλατεία.

Οι πόρτες των σπιτιών σου κλείνουν στα μούτρα μου με βία.

Πριν απ΄τον Εμφύλιο, άντε και να περνούσε καμιά άμαξα.

Τώρα, επικρατεί συνωστισμός και φασαρία.

Χακί στολές περιπολούν, άνθρωποι που ντύθηκαν θηρία.

Στολές, στολές, παντού στολές.

Άρματα μάχης, πυροβόλα σε κιλλίβαντες,

στρατιωτικά καμιόνια…

Άκουσα πως ένα τζιπ πήρε το κεφάλι μιας σενιόρας!

Το΄χε βγάλει, είπαν, από τον φεγγίτη, να ποτίσει την παιώνια.

Απόκοσμη Σεγκόβια, μικρή μου πόλη αιώνια…

Δύο είναι τα καμάρια σου.

Το πρώτο είναι το Αλκαζάρ· το Κάστρο σου.

Το΄χουν καταλάβει οι αντάρτες

και το πολιορκούν οι φρανκικοί·

στοιχειώνει την κορυφή του λόφου, στη δυτική πλευρά σου.

Στα τείχη του απάνω θ΄ανεβώ, να σε φωτογραφίσω.

Advertisements

Μετά τη δουλειά

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

Μετά την δουλειά

Γύρισε μόνος καθώς τ’απόγευμα σερνόταν κουρασμένο

μες στ’ άδειο σπίτι

κρατώντας μόνο την ηχώ απ’ τα παλιά

κι απ’ τη δουλειά ένα βάρος

Οι μόνοι ψίθυροι τα έπιπλα που τρίζαν

απ’ το πρωί να περιμένουν να φανεί

να ζωντανέψει η σκόνη που φοράν οι τελευταίες αχτίδες

να του χαϊδέψει το πουκάμισο

λευκά κουμπιά σα σταγονίτσες μέλι

Πόσο κουράστηκε να ανήκει

Ο ήλιος άρπα σιωπηλή τον ξεκουφαίνει

καθώς ακούει να ξεψυχάνε οι χορδές

λίγο πιο μωβ, πιο σκοτεινά, πια δεν τον βλέπουν

αφήνει τα παπούτσια στη γωνία

και το πλατύ χαμόγελο

Γέρνει ντυμένος έτσι απαλά στο μαξιλάρι

μετράει τις ώρες να δείξει εύθυμος ξανά

και περιμένει

κάποια ηλιαχτίδα ξεστρατισμένη

και περιμένει… και περιμένει…

 

 

Νεφελοκοκκυγία

σταχτόχηνες  από natura graeca

της  Αγγελικής Ζαντέ

Σταχτόχηνες γαλαζωπές πετούν,

λευκοί νάρκισσοι μυροβολούν

κι ο Γεροβαρνούντας σαν

όραμα κοιτά και ξανακοιτά.

Ν’αναρωτιέται πού

είναι η κατοικία των πουλιών;

Πού τα φτερά

τους πάνε;

Χρυσές οι πολυθρόνες τους;

Διαμάντια στα όνειρά τους;

_________

Φτωχός, ξεβράκωτος 0 τσιμεντένιος στρατιώτης

βούτηξε στην θάλασσα

κι η γοργόνα -πόοοσο όμορφη – πνίγηκε

στα βοθρολύματα.

Κάποιοι σκοτώνονται στα μαρμαρένια αλώνια

του βασιλιά καρνάβαλου.

_________

Τότε η Κασσία εμφανίζεται στο αλαλάζον πλήθος

και  ανακοινώνει:

«Ὡς ἂρα δι’ ἀνθρώπου ἐῤῥρύη τὰ φαῦλα,

ἀλλά καὶ δι’ ἀνθρώπου πηγάζει τά κρείττω».

Η οθόνη της τηλεόρασης μαυρίζει

κι ο άνθρωπος εξαφανίζεται από την γη.

That’s all folks!