Ἀρχεῖο | Αὐγούστου 2016

Β΄ – Α, τι νύχτα ήταν εκείνη…

της Τζένης Μαστοράκη

τζένη μαστοράκη

Και λέει, μόνο να πεθάνω ήθελα, και πώς γυρίσαν όλα κι
ανατρέχουν, κύκλο τον κύκλο τ’ αφρισμένα στο νερό,
κύκλο τον κύκλο οι ζωές των ξένων, με ηλικίες αλλόκοτες
ξανάβρισκαν—

στο άγριο των οραμάτων ο βυθός, και στον ασάλευτο αέρα
που άδειαζε, ώ της ερήμου αρμάδες, ώ φτερά, κι ο θρήνος
τα λιωμένα γλείφοντας.

Οι πόλεις, ράκη αστροφεγγιάς, πνέουν, το κόκκινο λειρί τους
στην αντάρα, ζωές των ξένων, η ώρα μία της νυκτός προφτά-
νοντας με το συρμό των καταιγίδων—

κι εγώ που μόνο ήθελα, εγώ

Απόκοτη, όπως ταίριαζε, και χλιαρή από το πλήθος των
αιμάτων, έτσι πεσμένη, πριν κριθεί, εχάθη

στης πικροθάλασσας το κύμα, στ’ ανοιχτά.

Κι αερική, σαν πέρασμα καραβανιών, τρελών θιάσων,
φάρμακο που αρδεύει, αργό, ρούχο αργό των ίσκιων,
που της ταίριαζε,

σαράντα οργιές σκορπίζει στ’ ανοιχτά, σαν οπτασία που
ανθεί στα ξένα, σαν λυπημένο αγρίμι σκόρπιζε, στο κύμα
που φιλεί, και στ’ αξημέρωτα, όπου κοκόρι δεν σημαίνει,
σε ράχη ολόμαυρη,

το χέρι της φυλλοβολεί.

Ο τόπος έχει αλλάξει και δεν είναι πια, δεν είναι πια
πρωί, βορράς να φεύγουν, όσοι μονάχα εμποδισμένοι
και νυχτερινοί.

Δάσος κλειδώνεται, παγίδα σκοτεινή, τι σκοτεινό ανα-
τρίχιασμα, στους λάκκους, σημάδια που άλλοτε μικρός
περιηγητής,

δαμάσκο ξέφτι, αργυρή κλωστή, παρέκει θρόισμα τε-
λειώνει τ’ ακριβά του ρούχα.

Και σαν τροχιά λαμπρού φονιά, τυφλώνοντας, πίσω απ’
τα δέντρα ολοένα βασιλεύει, ο ίσκιος που ζυγίστηκε
ψηλά, φεγγάρι σκίζοντας τρελά—

τρελό φεγγάρι.

Θα ’ρθούνε χρόνοι κοπετών, μαγείας, ξανά η άπιστη σε
φονική αγκαλιά, κι η βλάστηση, ξανά, διαβρώνοντας
τις χαμηλές ρωγμές των τοίχων, τα φορέματα, όπλα που
επήραν τις ζωές ανδρείων,

κι απ’ τα ονόματα των άστρων που έφεγγαν, μήτε η λέξη
εωσφόρος, μήτε αλί—

Και θα σωπαίνεις πιο καλά, για να μ’ ακούς, φωνή αγνώ-
στου μέσα στο σκοτάδι, το αχ του τιμωρού που ρίχνει
τ’ άρματα, το πότε πια,

το πείσμα του αγγελιοφόρου, που αναπλέοντας με κίνδυ-
νο σε κοίλους χώρους, το στόμα του εσφράγισε και
περιμένει.

Πάντοτε νύχτα ταξιδεύουν τα μεγάλα χαίρε, τα έχε γεια,
καλότυχοι οι νεκροί που ξαγρυπνάνε, τις κορυφές, τ’
ακροκεραύνια περιπλέοντας, τις λόχμες μιας απύθμενης
υπνολαλίας,

κι όπως λιοντάρι στα στενά δε χόρτασε, το συννεφάκι
αυτό τούς σημαδεύει, την κόψη ανάβοντας, το ανάστημα,
μελαχρινό, το βλέμμα που ήταν—

Σαν να πεθύμησαν τη δροσερή φυγή, το αλγεινό των αρω-
μάτων σε κλεισμένους χώρους, τον ταπεινό αιγιαλό,

τη φοβερή φωλιά του ύπνου φεύγοντας, το λίγο των
ονείρων.

Αφού το φίλημα στις σκάλες, ο αποχωρισμός, τα πλοία,
το δαιμονικό, η ολέθρια δούλη, κι αφού το ζάλισμα, λευ-
κός αέρας και πανιών θυμός,

άδικα το χρυσάφι, τόσο, τα μαλλιά πού χύνονταν.

Η αναγνώριση, ξανά, γιατί θα ’ρθεί, να γίνει αυγή, δάγκωμα
κόβοντας στα δυο τον κόσμο, τα θαύματα, και τα νερά.

Να τρέμουν όσοι αγαπήθηκαν, και πώς, το αλάφιασμα, η
άγρια γύμνια, φτάνει, κι εδώ καθηλωμένοι, πώς, να γίνει
πάλι να χαθούν, και πώς, σαν ουρλιαχτό,

σαν ουρλιαχτό πέφτει το αίσιο τέλος και—

Για πάντα δεν είναι κανείς, ούτε διαρκεί, κανείς δε θά ’ρθει
απ’ την άλλη όχθη, στις εκβολές βραδυπορώντας με φωτιές.

Κι ανίσως το βραδάκι, στα σβηστά, με αδειανό σακούλι
ξεπεζεύει, πάλι απόξενος, δεν εννοεί, και λιποτάκτης δεν
μπορεί ούτε γνωρίζει.

Σαν ένας, λέει, που πλοηγώντας θα ξυπνά στη μαύρη λίμνη,
κι όπως παντού η σιγαλιά κι η άπνοια σκιάζει, στις φλέβες
του αφουγκράζεται το αιμοβόρο ψάρι,

και γύρω χόρτα πνίγουν τα περάσματα, των ναυτικών τα
ίχνη,

τα έια μάλα.

Μικρό μου, μήτε απ’ τα πουλιά και μήτε—

Ας πάψει πια εκείνο το τραγούδι, κι άλλο μην πεις, και μη
ρωτάς, που κλείδωσαν, απ’ τα ψηλά της παραθύρια γκρέ-
μιζε τα λόγια αλλιώς,

μοίρα χρυσή και δίκαιη των αυτοκτόνων,

το αίμα, τα αίματα, που μια στιγμή, σαν μακρινό μετέωρο
βουτώντας, το αίμα, μια στιγμή αγνάντεψε τα χαμηλά της
φώτα, την κάπνα πόλης που σωπαίνεται, σώμα βαρύ, κι
άλλο μην πεις, μην τραγουδάς, τα λόγια αλλιώς,

απ’ τα πουλιά τους φόνους της πενθεί, απ’ τα πουλιά και
μήτε, η πυρκαγιά, η πυρκαγιά ερημική,

μικρό μου—

Έγιναν κρίματα και βάρυναν πολύ, κι ό,τι πονά, για πάντα
εδώ, για πάντα μένει, κακό φιλί, για πάντα το κακό σημάδι
του, παραφροσύνη δίχως γυρισμό, φοβέρα σκιάζει,

μια ιερή σαρκοφαγία που εξαντλεί.

Κι ό,τι πονά, κι αν λησμονιέται την αυγή, μια νύχτα άλλη,
πλανήτης βάσκανος, ραγίζει η ανατολή, κι ανάρια λάμποντας
το πέρασμά του στο σκοτάδι, σαν ερπετό, μεγάλη σαύρα
που βουτά, θα ’ρθεί, μετά την αγωνία στα στενά, σώμα καμένο
και χλωρό κεφάλι, θα ’ρθεί, κατάχλωρος απ’ τη φωτιά, κι
ό,τι εξαντλεί, σαΐτα, βόλι και κακό φιλί,

ο μάγος έρωτας, ο τρόμος έρωτας το φέρνει πάλι.

Ξύπνα, φωνάζει, και μην κλαις, της φώναξε, το χέρι που
τιμώρησε και φεύγει, ξανά μουσκεύει στα παλιά του
αίματα, καιρός που λησμονεί,

κι ανάδρομα κυλώντας το φαρμάκι, χλόισε τα χείλη
πρώτα, το κατάσπρο φόρεμα—

Σαν το ναυάγιο, που κάποτε αναδύεται, με τα βαριά πανιά,
τους ναύτες, τα βρεγμένα ξύλα,

κύμα αντρειωμένο το γυρίζει με θυμό, σκίζει το στρώμα,
τα στιλπνά γεμίσματα, λίκνο πλωτό, φυσάει τρελή νοτιά,

ξύπνα, κι η νύχτα καταργεί τα εγκλήματα.

————————————————————-

B’ – Ah, quelle nuit c’était…

de Jenny Mastoraki

traduit par  Marie-Laure Coulmin Koutsaftis

Et elle dit, je voulais seulement mourir, et comment tout a changé et

remonte, de cycle en cycle les écumants dans l’eau,

de cycle en cycle les vies des étrangers, en des âges singuliers

retrouvaient –

Dans la sauvagerie des apparitions le fin fond, et dans le vent figé

qui vidait, ô armadas du désert, ô plumes, et la lamentation

léchant les restes fondus.

Les villes, lambeaux de nuit étoilée, soufflent, leur crête rouge

dans la brume, vies des étrangers, au cœur de la nuit parvenant

avec le défilé des tempêtes –

et moi qui voulais seulement, moi

Follette, comme il seyait, et tiède de la multitude de

sangs, ainsi effondrée, avant d’être jugée, s’est perdue

dans la vague de la mer amère, au large.

Et elle pur esprit, comme un passage de caravanes, de troupes en folie,

remède qui irrigue, lent, vêtement lent, d’ombres,

qui lui seyait,

quarante brasse elle disperse au large, comme une vision qui

s’épanouit à l’étranger, comme un fauve attristé dispersait, dans la vague

qu’elle embrasse, et dans les nuits sans fin, où aucun coq ne sonne matines,

sur un versant tout noir

sa main se défeuille.

L’endroit a changé et ce n’est plus, ce n’est plus

le matin, le vent du Nord pour qu’ils partent, ceux seulement qui sont empêchés

et nocturnes.

Une forêt se verrouille, piège obscur, quel obscur frisson,

dans les flaques, des signes qu’autrefois un petit

voyageur,

effilochure de damas, fil d’argent, plus loin un bruissement achève

ses riches vêtements.

Et comme la trajectoire d’un brillant assassin, en aveuglant, derrière

les arbres se couche de plus en plus, l’ombre qui fut pesée

en haut, une lune déchirant follement –

folle lune

Viendront des temps de lamentations, de magie, à nouveau la femme infidèle dans

des bras meurtriers, et la végétation, à nouveau, érodant

les fissures basses des murs, les robes, des armes qui

prirent les vies de braves,

et d’entre les noms des astres qui brillaient, ni le mot

lucifer, ni hélas –

Et tu te tairas mieux, pour m’écouter, voix d’un inconnu

dans l’obscurité, le soupir du vengeur qui abat

les chars, le quand donc,

l’obstination du messager, qui traçant sa route au péril en

des lieux encaissés, a scellé sa bouche et

attend.

Toujours de nuit voyagent les grands adieux,

fortunés les morts qui restent éveillés, cabotant sur les cimes,

sur l’extrémité des coups de tonnerre, dans les fourrés d’une divagation insondable

en plein sommeil,

et comme lion dans le ravin ne se rassasie pas, ce petit nuage

là leur laisse sa marque, embrasant le tranchant, la stature,

sombre, le regard qui était –

Comme si leur manquaient la fuite rafraîchissante, le ravage des parfums

en espaces clos, l’humble rivage,

le terrible terrier du sommeil dans la fuite, le presque rien des

rêves.

Puisque le baiser aux escales, les adieux, les bateaux,

le vent déchainé, l’esclave malfaisante, et puisque le vertige,

le vent blanc et des voiles la fureur,

en vain les ors, tellement, les cheveux qui se répandaient.

La reconnaissance, à nouveau, parce que viendra, qu’advienne l’aube, morsure

coupant en deux le monde, les miracles, et les eaux.

Que tremblent ceux qui furent aimés, et comment, l’effarouchement, la

nudité farouche, suffit, ici aussi figés, comment, faire qu’à

nouveau ils se perdent, et comment, comme un hurlement,

comme un hurlement tombe la fin heureuse et –

Pour toujours il n’y a personne, ni ne perdure, personne ne viendra

de l’autre rive, marchant lentement aux embouchures avec des feux.

Et si jamais le soir, tous feux éteints, avec sa bourse vide

met pied à terre, à nouveau étranger à tout, ne veut pas, et déserteur ne

peut ni ne connaît.

Comme quelqu’un, dit-on, qui pilotant s’éveillera dans le lac noir,

et comme partout le silence et le calme plat effarouche, dans ses veines

tend l’oreille le poisson sanguinaire,

et des herbes alentour étouffent les passages, les traces des

marins,

les ho hisse

Mon petit, ni de par les oiseaux et ni même –

que cesse enfin ce chant, et ne dis plus rien, et ne

demande pas, où ils ont enfermé, de ses hautes fenêtres elle précipitait

les paroles sinon,

destinée dorée et juste des suicidés,

le sang, les sangs, qui un instant, comme un lointain météore

plongeant, le sang, un instant a contemplé ses faibles

lumières, la fumée d’une ville qui se tait, corps lourd, et

ne dis plus rien, ne chante pas, les paroles sinon,

de par les oiseaux elle tient le deuil de ses meurtres, de par les oiseaux et

ni même, l’incendie, l’incendie désertique,

mon petit –

Il y a eu des méfaits et ils ont pesé lourd, et ce qui fait mal, pour toujours

ici, pour toujours demeure, méchant baiser, pour toujours sa marque mauvaise,

démence sans retour, menace qui assombrit,

un régime sacré de viande qui épuise.

Et ce qui fait mal, et même si c’est oublié à l’aube, une nuit autre,

planète de mauvais augure, se fendille le levant, et resplendissant de temps en temps

ses passages dans l’obscurité, comme un reptile, grand lézard

qui bondit, viendra, après l’angoisse dans les sentes, corps brûlé

et tête tendre, viendra, tout verdi par le feu, et

ce qui épuise, flèche, projectile et méchant baiser,

l’amour sorcier, l’amour terreur le ramène à nouveau.

Réveille-toi, il crie, et ne pleure pas, lui cria-t-il, la main qui

a puni et s’enfuit, à nouveau trempe dans son sang d’autrefois,

temps qui oublie,

et à revers s’écoulant le poison, a verdi les lèvres

d’abord, la robe toute blanche –

Comme le vaisseau naufragé, qui un jour émerge, avec les voiles alourdies,

les marins, les bois détrempés,

une vague puissante le renverse avec colère, déchire le matelas,

les garnissages luisants, berceau flottant, souffle un vent fou du Sud,

réveille-toi, et la nuit abolit les crimes.

 

 

Advertisements

Η Πάπισσα Ιωάννα

της Αγγελικής Ζαντέ

Πάπισσα Ιωάννα

Η τρύπια έδρα είναι

στην όραση και την αφή των εκλογέων

πιστό τεκμήριο του Ανδρισμού

γιατί οι ψηλαφούντες τον “Νέον Πάπα”

αναφωνούν εκ της Τιβί,

μ΄ανάλογες διαφημίσεις,

αναγραφές σε τοίχους κι ιερά τιτιβίσματα:

“ΕΧΕΙ”

—————-

Για την κοπρανικήν και

σήμερα μιλούν την ίδια γλώσσα

με το θεόμεμπτο έργο τους

οι κόπροι του Αυγείου

στο θέατρο σκιών του παραλόγου,

καθώς η κυρά Μάρω πλένει σαράντα δύσοσμα σώβρακα.

—————-

Τότε βγαίνει ο Καραγκιόζης απ΄την παράγκα του

κι αναφωνεί:

“Κυρίες μου,

ΣΥΓΝΩΜΗ…αλλά

ανά τους αιώνες

καταχραστήκαμε την Μεγαλοσύνη σας”.

Α! Τι λάθος!

Για κοίτα!

Η Αγλαΐα είναι

η γυναίκα του,

που ντύθηκε τα κουρέλια του

μη και την αφουγκραστούνε

οι κοπρίτες

The Papess Joanne

Απομεσήμερο

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

Απομεσήμερο

Απομεσήμερο κι απόφαγαν οι κουρασμένοι

και πιάσαν από μια γωνιά

ο ήλιος μοναχός πια σεργιανάει στο τραπέζι

γλυστράει απ’το ανοιχτό παράθυρο σαν κλέφτης

με τα πινέλα του

τούτος ο κλέφτης ήρθε ν’αφήσει  όχι να πάρει

νησιά από φώς, χιόνια από σκόνη

χρυσάφι στα πηρούνια και σώμα στις σκιές

κι ενα μικρό διαμάντι πάνω στη βέρα

που στέκεται, νυσταγμένη θαρρείς, πλάι στη βρύση

Ο τζίτζικας βραχνός

φωνάζει –ζω, ακούει κανείς;

ακούει η καλή του

– σιγά σιγά, του απαντά, θα τους τρελλάνεις όλους

– μα είναι γιορτή κι είναι χαρά

κι είναι η ζωή τόσο γλυκιά, είναι τραγούδι

Του λέει η μουριά η σκιερή που ξέρει πώς να αποκοιμίζει

–  σιγά  σιγά, είν’ο ύπνος τους γλυκός μα λίγος

και πώς θα συνεχίσουν

έχουν να θρέψουνε παιδιά,

έχουν να σκύψουν

και πρέπει νάναι δυνατοί

για να υποκύψουν

Σταγόνες λάδι και κρασί

ψίχουλα και σουσάμι

τι ζωγραφιές στα πιάτα τους, τι μουσικές

σκόνη να στροβιλίζεται, η μύγα να χορεύει

κι ο ήλιος να λοξοκοιτά

η βίζιτα τελειώνει

στην άκρια του τραπεζιού σ’ένα ποτήρι

δυό λουλουδάκια ξέπνοα κοιτάνε ζαλισμένα

που χάσαν τρία πέταλα και είναι πεταμένα

στη μέση εκεί του τραπεζιού κάτω από το καρβέλι

και κλαίει η τριανταφυλλιά

που τ΄άνθη που της κλέψαν

δεν είναι στην περίοπτη θέση που τους αρμόζει

– καλή μου μην πονάς, για δες

της λέει η τσουκνίδα

– εσένανε η ομορφιά σε βάζει στην καρδιά τους

μ’ εμένανε την ταπεινή τρομάζουν τα παιδιά τους

 

Μα, πού είναι τα παιδιά

για ποιόν τόση μαγεία;

 

Με τα ματόκλαδα κλειστά, τα βλέφαρα βαριά,

χαμογελώντας κοιμούνται τα παιδάκια

μα ο τζίτζικας και η μουριά

η τσουκνίδα κι η τριανταφυλλιά

τους ψυθιρίζουν

τους λένε όλα τους τα μυστικά

…αρκεί να μην τα μαρτυρήσουν…

Η πόλις

της Κατερίνας Σημηντήρα

Συλλογή Εξαίσιες ωδές μιας μυστικής πορείας (2013) Κατερίνα Σημηντήρα

Μέσα στην πόλη αυτή ξοδεύτηκα
Μέσα σε σκονισμένα δωμάτια συνοικισμών
Βιαστικοί απόηχοι οργασμών
Αγάπες ταυτίστηκαν με το πλήθος και χάθηκαν
Ανάμεσα σε φωταγωγημένες τζαμαρίες
Αίθουσες αναψυχής, γιορτινά λαμπιόνια, ξαγρύπνησα
Στα ίδια μέρη περιέφερα το σώμα μου
Αναζητώντας λεπτομέρειες
Θλιμμένους στίχους, τρένα που έφευγαν το χάραμα
Για τη ζωή και τους έρωτες που απέτυχαν
Μέσα στην πόλη αυτή κανένας στο πλάι μου
Μα απόψε
Κρεμώ ένα μειδίαμα
Πάνω στο σηματοδότη μιας διάβασης
Και την αποχαιρετώ.