Ἀρχεῖο | Σεπτεμβρίου 2016

Οι Πεισθέταιροι

της Αγγελικής Ζαντέ

%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%b8%ce%ad%cf%84%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%bf%ce%b9

Ιδού τα Διονύσια

με τους Πεισθέταιρους

χωρίς φτερά.

Ο Τσαλαπετεινός από νωρίς

είναι φευγάτος.

Ο Ευελπίδης αν γέλαγε,

το χάχανο του κόπηκε στη μέση.

Ε! Η αντιπροσωπεία  έφτασε,

όμως ο Ηρακλής αποκοιμήθηκε,

ο Ποσειδώνας  αναχώρησε για τον ωκεανό

κι ο Τριβαλλός ξεκοκκαλίζει ακόμα το γουρούνι.

Αποφασίστηκε κρυφά:

οι γάμοι δεν θα γίνουν.

Η νεαρή θεά που όρνιθες εκτρέφει

άραγε να το ξέρει;

 

 

 

Advertisements

Ο φοίνικας κι η θάλασσα

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

%cf%86%ce%bf%ce%af%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b1%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b8%ce%ac%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b1

Φυσάει

χορεύει ο φοίνικας πούχει τις δυό φωλιές

στα μούσια τα χορτάρινα κρυμμένες

μονάχα σπάει τη σιωπή το θρόισμα των φύλλων

ίδια η φωνή της θάλασσας έρχεται από κει πάνω

μιλούνε φαίνεται πολύ σαν είναι μόνοι

η θάλασσα κι ο φοίνικας

κι ας τρέμουν τα πουλάκια τα νιογέννητα σαν κάνει πως λυγάει

κι ας είν’ ψηλός αυτός κι εκείνη ας είναι αιώνια

έχουν να λένε

για κάποια βάρκα μια φορά με ψάρια φορτωμένη

πού χε μια πράσινη γραμμή και κόκκινα μπαλόνια

κι έκλαιγε μόνος ο ψαράς και μούσκευαν οι πόνοι

λένε για μια μικρή πληγή με της καρδιάς το σχήμα

που σκάλισε ο έρωτας φευγάτος καθώς ήταν

τώρα τη βλέπουν και σιωπούν οι ερωτευμένοι γρύλοι

λένε για φάρους σκοτεινούς

για σύννεφα που τρέχαν

για μιαν αράχνη που κεντά πολύ σαν είναι μόνη

λένε για εκείνα τα πουλιά πού ΄ρχονται μα δε μένουν

σα μια φωτιά που αποβραδίς στη μέση μιας παρέας

χάρισε ρόδινα κλειδιά, που ανοίγουν αναμνήσεις

λένε αυτά κι άλλα πολλά

δεν παύουν να μιλάνε

μουγκρίζουνε τα κύματα στις πράσινες βελόνες

κι ο αέρας δυναμώνει

σκορπίσανε τα μυστικά

τρομάξαν τα πουλάκια

καιρός να φύγουνε μακριά

καιρός πια να πετάξουν

Τίποτα δυο φορές

%ce%b2%ce%b9%cf%83%ce%bb%ce%ac%ce%b2%ce%b1-%cf%83%ce%b9%ce%bc%cf%80%cf%8c%cf%81%cf%83%ce%ba%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%89%ce%bd%ce%ae-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1

της Βισλάβα Σιμπόρσκα, μετάφραση του Άλκη Τσελέντη

Τίποτα δεν μπορεί ποτέ να συμβεί δύο φορές
Αποτέλεσμα, το θλιβερό γεγονός
ότι φτάνουμε εδώ απροετοίμαστοι
και φεύγουμε χωρίς τη δυνατότητα ν’ αποχτήσουμε πείρα.

Ακόμα κι αν δεν υπάρχει κανένας περισσότερο αδαής,
κι αν είσαι ο χειρότερος μαθητής του πλανήτη,
δεν μπορείς να επαναλάβεις την τάξη το καλοκαίρι:
αυτή η σειρά μαθημάτων προσφέρεται μόνο μια φορά.

Καμιά μέρα δεν αντιγράφει την προηγούμενη,
δυο νύχτες δεν θα διδάξουν τι είναι ευδαιμονία
με τον ίδιο τρόπο επακριβώς,
και ούτε ακριβώς με τα ίδια φιλιά.

Μια μέρα, ίσως κάποια επιπόλαια γλώσσα
αναφέρει τ’ όνομα σου τυχαία:
Έχω την αίσθηση σαν να εκσφεντονίστηκε ένα ρόδο
μέσα στο δωμάτιο, όλο χρώμα κι ευωδιά.

Την άλλη μέρα αν και είσαι εδώ μαζί μου,
δεν μπορώ ν’ αποφύγω να κοιτάζω το ρολόι του τοίχου:
Ένα ρόδο; ένα ρόδο; Τι μπορούσε να είναι εκείνο;
Ένα λουλούδι ή ένας βράχος;

Γιατί πρέπει να θεωρούμε τη μέρα που φεύγει
με τόσο πολύ άχρηστο φόβο και θλίψη;
Είναι μέσα στη φύση της να μη στέκεται:
Το σήμερα φεύγει πάντα στο αύριο.

Προτιμώ να ψάχνουμε με χαμόγελα και φιλιά
αρμονία κάτω από τ’ άστρα μας,
μόλο που είμαστε διαφορετικοί (είμαστε σύμφωνοι)
ακριβώς όπως είναι δυο σταγόνες νερού.

 

The Phoenix and the Turtle

by William Shakespeare

william-shakespeare

 

Let the bird of loudest lay
On the sole Arabian tree
Herald sad and trumpet be,
To whose sound chaste wings obey.
——————————————–
But thou shrieking harbinger,
Foul precurrer of the fiend,
Augur of the fever’s end,
To this troop come thou not near.
——————————————–
From this session interdict
Every fowl of tyrant wing,
Save the eagle, feather’d king;
Keep the obsequy so strict.
——————————————–
Let the priest in surplice white,
That defunctive music can,
Be the death-divining swan,
Lest the requiem lack his right.
——————————————–
And thou treble-dated crow,
That thy sable gender mak’st
With the breath thou giv’st and tak’st,
‘Mongst our mourners shalt thou go.
——————————————–
Here the anthem doth commence:
Love and constancy is dead;
Phoenix and the Turtle fled
In a mutual flame from hence.
——————————————–
So they lov’d, as love in twain
Had the essence but in one;
Two distincts, division none:
Number there in love was slain.
——————————————–
Hearts remote, yet not asunder;
Distance and no space was seen
‘Twixt this Turtle and his queen:
But in them it were a wonder.
——————————————–
So between them love did shine
That the Turtle saw his right
Flaming in the Phoenix’ sight:
Either was the other’s mine.
——————————————–
Property was thus appalled
That the self was not the same;
Single nature’s double name
Neither two nor one was called.
——————————————–
Reason, in itself confounded,
Saw division grow together,
To themselves yet either neither,
Simple were so well compounded;
——————————————–
That it cried, “How true a twain
Seemeth this concordant one!
Love has reason, reason none,
If what parts can so remain.”
——————————————–
Whereupon it made this threne
To the Phoenix and the Dove,
Co-supremes and stars of love,
As chorus to their tragic scene:
——————————————–
                 threnos
——————————————–
Beauty, truth, and rarity,
Grace in all simplicity,
Here enclos’d, in cinders lie.
——————————————–
Death is now the Phoenix’ nest,
And the Turtle’s loyal breast
To eternity doth rest,
——————————————–
Leaving no posterity:
‘Twas not their infirmity,
It was married chastity.
——————————————–
Truth may seem but cannot be;
Beauty brag but ’tis not she;
Truth and beauty buried be.
——————————————–
To this urn let those repair
That are either true or fair;
For these dead birds sigh a prayer.

Η μάνα μας

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

μάνα φύση

Τραβήξαμε αλλού τα μάτια και την προσοχή

αόρατη κι ασήμαντη έμεινε η μάνα μας

μάταια πάσχιζε ολοστόλιστη ανθούς

κι ας μοσχοβόλαγε αρώματα της γης

να μας μιλήσει

…………………………………………

η μάνα μας,

φτωχή για την ξεχωριστή ψυχή μας

την τόσο εκλεπτυσμένη

με όπερες, βιβλία, με μάτια φονικά την αγνοούσαμε

κι αυτή γέμιζε την ποδιά μας μέλι και καρπούς

απλή, αιώνια

κοιτούσε αλλού καθώς εμείς

ανακατώναμε τα χώματα

μη και ξεφύγει κάποιος θησαυρός απ’ το σεντούκι

…………………………………………

η μάνα μας

στις θύμισες τις παιδικές έδινε ευχές στο προσκεφάλι

κι ανάλαφρα μας σκέπαζε με νέφη, κρωξίματα, ξινούς καρπούς

Γούνινους φτερωτούς αγγέλους

άφηνε πίσω της να μας κρατούνε συντροφιά

να μας κοιμίζουν με πανάρχαια παραμύθια

μα εμείς

σχέσεις συγγενικές απαρνηθήκαμε

Μ’ ενα κουβάρι προσευχές

οι τρομαγμένες μας ψυχές καμιά φορα θυμούνται

μ´ενα ζεστό καλοκαιριάτικο τιτίβισμα

αναστενάζει εκείνη αγιόκλημα και συγχωρεί

χαμογελώντας

………………………………………..

Της μίλησα ξυπόλυτη καθώς ροκάνιζα τ’ απόγευμα στη δύση

πρόσεχε μού’ πε που πατάς

εκεί που πέρασες βρήκα μια πέτρα

θα στη χαρίσω για τους αέρηδες

βρέθηκα έτσι λουσμένη μεσ’ σε μιαν αύρα μυστική

το αόρατο σκιά ένιωσα να με προλαβαίνει

μα δε φοβήθηκα

κάτι τα κύματα που ανάσαιναν αρμύρα

κάτι οι αρχαίοι που ψέλναν μυστικά

είσαι εκεί μουρμούρισα

εκεί όπου είναι ορισμένο