Ἀρχεῖο | Ὀκτωβρίου 2016

Αυτοβιογραφία

leivaditis-tasos

του Τάσου Λειβαδίτη

Άνθρωποι που δε γνώρισα ποτέ μού δώσαν το αίμα μου και
τ’ όνομά μου
στην ηλικία μου χιονίζει, χιονίζει αδιάκοπα
μια κίνηση πάντα σα να ’θελα να προφυλαχτώ από ’να χτύπημα
δίψασα για όλη τη ζωή, κι όμως την άφησα
για ν’ αρπαχτώ απ’ τα πελώρια αγκάθια της αιωνιότητας,
η σάρκα μου ένας επίδεσμος γύρω απ’ το αυριανό μου τίποτα
κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει στον πόνο μου
εκτός απ’ τον ίδιο μου τον πόνο – είμαι εδώ, ανάμεσά σας,
κι ολομόναχος,
κ’ η ποίηση σα μια μεγάλη αλήθεια που την ανακαλύπτεις
ύστερ’ από χρόνια,
όταν δεν μπορεί να σου χρησιμέψει πια σε τίποτα.

Επάγγελμά μου: το ακατόρθωτο.

 


 

Autobiography

By Tasos Leivaditis, translated by Angela Zante

People who I never met gave me  my blood and
my name
at my age it snows, it snows incessantly
a move always as if I’d like to guard against a hit
I was thirsty for the whole life, yet I left
to be ravished  by  the huge thorns of eternity,
my flesh a bandage around  my tomorrows nothing
no one can help me in my pain
apart from my own pain – I’m here among you,
and all alone,
and ms poetry like a great truth to discover
after years,
when she cannot serve you anymore to anything
My profession: the impossible.

 

 

Advertisements

Διαδρομή

%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ae

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

Γέμισε όνειρα ο συρμός

στην πνιγηρή ατμόσφαιρα στριμώχνονται

ανάμεσα στα πόδια των ανθρώπων

φύλλα χρυσά και κόκκινα, ξερά του φθινοπώρου

της νύχτας πίκρες ή της μέρας ενοχές

του αύριο νότες που δεν παίχτηκαν ακόμη

καρφίτσες σ’ ένα χάρτη μυστικό

πούχες διπλώσει κι άφησες επίτηδες να πέσει…

Ανάμεσα σε τόση αδιάφορη υποταγή

ακόμα δείχνουν όμορφα

τα όνειρα τα ποδοπατημένα

 

Σε βλέπω με το βιβλίο στα γόνατα

ξέρω, δε θες ν’ αργήσεις στη δουλειά

μιας ξένης ζωής ανακατεύεις τα χρώματα

κι αδιόρατα με μυστικές κλωστές τη δένεις στη δική σου

αχ νάβλεπες πόσο φοβάται η ψυχή σου τούτη τη μουσική

τούτη τη θλιβερή συνάθροιση των σκυθρωπών

γιατι το ξέρει πως φτάνοντας

καθώς θα τρέχεις για να προλάβεις τις κυλιόμενες

θα το ξεχάσεις

θα μείνει ν’ αργοσέρνεται τ’ όνειρο, ν’ αργοπεθαίνει

στις φλέβες που τρέχουνε κάτω απ’ την πόλη

και θα θυμάσαι που τό τρεφες σα νάτανε παιδί

 

Πάλι κοιτάζω την εικόνα μου στο τζάμι

ψάχνω να βρω κάτι που ξέχασα μα πάει καιρός

κοιτάω συχνά κάθε που μπαίνω κι ασφυκτιώ

μα είναι τόσα πολλά κι ανάκατα

που βγαίνω πάντα με τ’ όνειρο κάποιου άλλου…

Ἐλπὶς ἐν ἀνθρώποισι

pandora

Θέογνις ὁ Μεγαρεύς

Ἐλπὶς ἐν ἀνθρώποισι μόνη θεὸς ἐσθλὴ ἔνεστιν͵
ἄλλοι δ΄ Οὔλυμπόν<δ΄> ἐκπρολιπόντες ἔβαν·
ὤιχετο μὲν Πίστις͵ μεγάλη θεός͵ ὤιχετο δ΄ ἀνδρῶν
Σωφροσύνη͵ Χάριτές τ΄͵ ὦ φίλε͵ γῆν ἔλιπον·
ὅρκοι δ΄ οὐκέτι πιστοὶ ἐν ἀνθρώποισι δίκαιοι͵
οὐδὲ θεοὺς οὐδεὶς ἅζεται ἀθανάτους.
εὐσεβέων δ΄ ἀνδρῶν γένος ἔφθιτο͵ οὐδὲ θέμιστας
οὐκέτι γινώσκουσ΄ οὐδὲ μὲν εὐσεβίας.
ἀλλ΄ ὄφρα τις ζώει καὶ ὁρᾶι φῶς ἠελίοιο͵
εὐσεβέων περὶ θεοὺς Ἐλπίδα προσμενέτω·
εὐχέσθω δὲ θεοῖσι͵ καὶ ἀγλαὰ μηρία καίων
Ἐλπίδι τε πρώτηι καὶ πυμάτηι θυέτω.
φραζέσθω δ΄ ἀδίκων ἀνδρῶν σκολιὸν λόγον αἰεί͵
οἳ θεῶν ἀθανάτων οὐδὲν ὀπιζόμενοι
αἰὲν ἐπ΄ ἀλλοτρίοις κτεάνοις ἐπέχουσι νόημα͵
αἰσχρὰ κακοῖς ἔργοις σύμβολα θηκάμενοι.

Η Ελπίδα στους ανθρώπους

του Θέογνη, απόδοση στα νεοελληνικά Αγγελική Ζαντέ

 

Η Ελπίδα στους ανθρώπους είν΄ η μόνη καλοκάγαθη θεά·

οι άλλοι θεοί  εγκαταλείποντάς τους,  στον Όλυμπο επήγαν.

Αναχώρησε η Πίστη, μεγάλη θεά, τους ανθρώπους άφησαν

η Σωφροσύνη κι οι Xάριτες και ω! φίλε τη γη εγκατέλειψαν·

οι όρκοι τώρα πιά δεν τηρούνται,

ούτε τους αθανάτους θεούς κανείς τιμά·

των ευσεβών ανθρώπων χάθηκε το γένος, ούτε τους νόμους

κανείς δεν αναγνωρίζει ούτε την ευσέβεια.

Αλλά όσο ζει κανείς και το φως του ήλιου βλέπει

αν είναι θεοσεβούμενος  ας προσμένει την Ελπίδα,

ας προσεύχεται στους θεούς καίγοντας αστραφτερά μηριά

τιμώντας  πρώτη και τελευταία την Ελπίδα.

Ας προσέχει πάντα τα ανέντιμα λόγια των αδίκων,

που καθόλου δεν λογαριάζουν τους αθάνατους θεούς

και πάντα αποβλέπουν σ΄ αλλότρια αγαθά

και με έργα κακόβουλα προωθούν τα αισχρά σχέδιά τους.

September 1961

denise-levertov

by Denise Levertov

 

This is the year the old ones,
the old great ones
leave us alone on the road.

The road leads to the sea.
We have the words in our pockets,
obscure directions. The old ones

have taken away the light of their presence,
we see it moving away over a hill
off to one side.

They are not dying,
they are withdrawn
into a painful privacy

learning to live without words.
E. P. “It looks like dying”-Williams: “I can’t
describe to you what has been

happening to me”-
H. D. “unable to speak.”
The darkness

twists itself in the wind, the stars
are small, the horizon
ringed with confused urban light-haze.

They have told us
the road leads to the sea,
and given

the language into our hands.
We hear
our footsteps each time a truck

has dazzled past us and gone
leaving us new silence.
Ine can’t reach

the sea on this endless
road to the sea unless
one turns aside at the end, it seems,

follows
the owl that silently glides above it
aslant, back and forth,

and away into deep woods.

But for usthe road
unfurls itself, we count the
words in our pockets, we wonder

how it will be without them, we don’t
stop walking, we know
there is far to go, sometimes

we think the night wind carries
a smell of the sea…

 

Σεπτέμβρης του 1961

της Ντενίς Λεβερντώφ, μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς

 

Είναι η χρονιά που οι παλαιοί

οι σπουδαίοι παλαιοί

μας αφήνουν μονάχους στον δρόμο.

 

Ο δρόμος οδηγεί στη θάλασσα.

Στις τσέπες μας έχουμε τις λέξεις,

δυσνόητες οδηγίες. Οι παλαιοί

 

αποστέρησαν το φως της παρουσίας τους,

το βλέπουμε να χάνεται πάνω στη μια πλαγιά

του λόφου.

 

Αυτοί δεν πεθαίνουν,

απλώς αποσύρονται

σε μια οδυνηρή ερημιά

 

μαθαίνοντας να ζουν δίχως τις λέξεις.

Ο Ε. Π. «Μοιάζει με θάνατο» -ο Ουίλλιαμς: «Δεν μπορώ

να σας περιγράψω αυτό

 

που μου συμβαίνει»-

Η Χ. Ν. «Ανήμπορη να μιλήσω».

Το σκοτάδι

 

στροβιλίζεται στον άνεμο, τα αστέρια

είναι μικρά, ο ορίζοντας

κυκλωμένος απ’ τη θαμπή πάχνη της πόλης.

 

Μας είπαν

ο δρόμος οδηγεί στη θάλασσα,

και έδωσαν

 

τη γλώσσα στα χέρια μας.

Εμείς ακούμε

τα βήματά μας κάθε φορά που κάποιο φορτηγό

 

μας τυφλώνει περνώντας και χάνεται

αφήνοντάς μας σιωπή καινούργια.

Δεν μπορείς να φτάσεις

 

στη θάλασσα απ’ αυτόν τον ατέλειωτο

δρόμο προς τη θάλασσα εκτός κι αν

τελικά στρίψεις, πιθανόν,

 

και ακολουθήσεις

την κουκουβάγια που σιωπηλά από πάνω του αιωρείται

πλαγίως, εμπρός και πίσω

 

και μακριά σε βαθιά δάση.

 

Αλλά για μας ο δρόμος

ξεδιπλώνεται μονάχος, μετράμε τις

λέξεις μες στις τσέπες μας, αναρωτιόμαστε

 

πως θα ‘ναι δίχως αυτές, δεν

σταματάμε να περπατάμε, γνωρίζουμε

πως έχουμε ακόμα πολύ δρόμο, άλλοτε πάλι

 

νομίζουμε πως ο άνεμος της νύχτας φέρνει

μια μυρωδιά από θάλασσα…

Chimes Of Freedom

by Bob Dylan

Bob Dylan.jpg

Far between sundown’s finish an’ midnight’s broken toll
We ducked inside the doorway, thunder crashing
As majestic bells of bolts struck shadows in the sounds
Seeming to be the chimes of freedom flashing
Flashing for the warriors whose strength is not to fight
Flashing for the refugees on the unarmed road of flight
An’ for each an’ ev’ry underdog soldier in the night
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

Through the city’s melted furnace, unexpectedly we watched
With faces hidden as the walls were tightening
As the echo of the wedding bells before the blowin’ rain
Dissolved into the bells of the lightning
Tolling for the rebel, tolling for the rake
Tolling for the luckless, the abandoned an’ forsakened
Tolling for the outcast, burnin’ constantly at stake
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

Through the mad mystic hammering of the wild ripping hail
The sky cracked its poems in naked wonder
That the clinging of the church bells blew far into the breeze
Leaving only bells of lightning and its thunder
Striking for the gentle, striking for the kind
Striking for the guardians and protectors of the mind
An’ the poet and the painter far behind his rightful time
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

In the wild cathedral evening the rain unraveled tales
For the disrobed faceless forms of no position
Tolling for the tongues with no place to bring their thoughts
All down in taken-for-granted situations
Tolling for the deaf an’ blind, tolling for the mute
For the mistreated, mateless mother, the mistitled prostitute
For the misdemeanor outlaw, chaineded an’ cheated by pursuit
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

Even though a cloud’s white curtain in a far-off corner flared
An’ the hypnotic splattered mist was slowly lifting
Electric light still struck like arrows, fired but for the ones
Condemned to drift or else be kept from drifting
Tolling for the searching ones, on their speechless, seeking trail
For the lonesome-hearted lovers with too personal a tale
An’ for each unharmful, gentle soul misplaced inside a jail
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

Starry-eyed an’ laughing as I recall when we were caught
Trapped by no track of hours for they hanged suspended
As we listened one last time an’ we watched with one last look
Spellbound an’ swallowed ’til the tolling ended
Tolling for the aching whose wounds cannot be nursed
For the countless confused, accused, misused, strung-out ones an’ worse
An’ for every hung-up person in the whole wide universe
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

Πρέπει να ’ναι ασυνήθιστο…

%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%d0%b0%d0%bd%d0%bd%d0%b0-%d0%b0%d1%85%d0%bc%d0%b0%d1%82%d0%be%d0%b2%d0%b0

της Άννας Αχμάτοβα, μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου

Καθόλου δε με συγκινεί ο στόμφος της ωδής
Και δε με γοητεύει η έξαρση της ελεγείας.
Κατά τη γνώμη μου το παν στους στίχους πρέπει να ’ναι ασυνήθιστο,
Σαν αρμονία της κακοφωνίας.

Θα εκπλαγείτε σα’ γνωρίσετε μες από ποια σκουπίδια
Οι στίχοι μεγαλώνουν δίχως συστολή.
Όπως ραδίκι κίτρινο κάτ’ απ’ το φράχτη,
Σαν κολλιτσίδα στρογγυλή που ενοχλεί.

Κραυγή οργής και δυνατή οσμή της πίσσας,
Μούχλα είτε ξερόφυλλο που πέφτει χάμου…
Και να ο στίχος αντηχεί και σφριγηλός, και στοργικός,
Για ευχαρίστηση δικιά σας και δικιά μου.

———————

Мне ни к чему одические рати…

Анна Ахматова

Мне ни к чему одические рати
И прелесть элегических затей.
По мне, в стихах всё быть должно некстати,
Не так, как у людей.

Когда б вы знали, из какого сора
Растут стихи, не ведая стыда,
Как желтый одуванчик у забора,
Как лопухи и лебеда.

Сердитый окрик, дегтя запах свежий
Таинственная плесень на стене…
И стих уже звучит, задорен, нежен,
На радость вам и мне.

 

Η “Kλεοπάτρα”, η “Σεμίραμις” κ’ η “Θεοδώρα”

Ο Δημήτρης Χόρν διαβάζει Αλέξανδρο Μπάρα Συνέχεια