Ἀρχεῖο | Μαΐου 2017

Η λησμονιά

alain bosquet2

του Αλαίν Μποσκέ, μετάφραση Αγγελικής Ζαντέ

Ξεχνώ τον εαυτό μου. Ξεχνώ το σώμα μου.

Ξεχνώ τον σκελετό μου πως φαίνεται.

Ξεχνώ τον αιώνα και τη διακόσμηση,

τη γκρίζα μέρα και τις άσπρες νύχτες.

Ξεχνώ το δικαίωμα και την υποχρέωση,

το άτομο, τη δημοκρατία.

Ξεχνώ το δρόμο και το προάστιο,

την ενέδρα της μουσικής.

Ξεχνώ το ψωμί. Ξεχνώ την αγάπη.

Ξεχνώ την αδελφή μου, την  ευτυχισμένη γυναίκα,

και το μονοπάτι μες στο δάσος.

Ξεχνώ ότι η υπερηφάνεια μου με κατατρώει

κι η δίψα μου είναι μακριά

πριν από μια τρελή πηγή.

Ξεχνώ την πικρή μου αλήθεια

που υπακούει στον λόγο μου.

Ξεχνώ ότι δεν στάθηκα

στο ύψος των διλημμάτων μου.

Θυμάμαι ότι , μπροστά στα μάτια

και την μηδαμινότητα, αυτό το ποίημα,

αυτό το απόλυτο,

είναι κραυγή στο Θεό.


L’oublie

de Alain Bosquet

J’oublie ma peau. J’oublie mon corps.

J’oublie mon squelette qui penche.

J’oublie le siècle et le décor,

la journée grise et les nuits blanches.

J’oublie le droit et le devoir,

l’individu, la république.

J’oublie la rue et le faubourg,

les guet-apens de la musique.

J’oublie le pain. J’oublie l’amour.

J’oublie ma sœur, la femme heureuse,

et le chemin dans la forêt.

J’oublie que mon orgueil me creuse

et que ma soif est en arrêt

devant une fontaine folle.

J’oublie ma triste vérité,

qui obéit à ma parole.

J’oublie que je n’ai pas été

à la hauteur de mes dilemmes.

Je ne retiens, au fond des yeux

et du néant, que ce poème,

cet absolu,

ce cri vers Dieu.

Advertisements

Στρατιωτάκια ακούνητα

στρατιωτάκια ακούνητα

Δες τι κινείται.

Τίποτα.

Οι εικόνες στατικές.

Με παγωμένο αίμα

δέχονται τη θωπεία

του χρόνου.

Δες τις ανάσες πώς λαμπιρίζουν

καθώς αιωρούνται πάνω από τα κεφάλια.

Κραυγάζει

η απόσταση ανάμεσα στα κορμιά.

Μόνο τα βλέμματα,

συντεταγμένες που υμνούν ναυάγια.

Στρατιωτάκια ακούνητα.

Μέρα ή νύχτα;

Φυγή

φυγη

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

Με ξέπλεκα μαλλιά

και τα κορδόνια σου λυτά

έτρεξες πάλι στο λιμάνι

ξανά γελάστηκες

κανένα πλοίο για σένα σήμερα

αύριο ίσως

ή ποτέ

Έρημη Πόλη

σοφι κολοτούρου

της Σοφίας Κολοτούρου

Έρημη πόλη, δίχως ανθρώπους –
κανένας για να μοιραστείς τη μοναξιά.
Πήγα και γύρισα σε άλλους τόπους,
μα ήταν ολ’ απόκοσμα και μακρινά.

Μόν’ ο αγέρας, που άγρια σφυρίζει
κι ένα φεγγάρι, που πάντα παίζει κρυφτό.
Μια τιμωρία τώρα μόλις αρχίζει:
είναι γραμμένο να μένω εδώ.

 

Για την Σαπφώ

για την σαπφω

της Αγγελικής Ζαντέ

Για την Σαπφώ θα γράψω

μην τύχει και ξεθάψω

σβησμένα κείμενα

λέξεις μουσικές και μετρημένες

μ’απόλυτη σοφία ζυγισμένες

 

Για την Σαπφώ θα γράψω

μην τύχει και ξεθάψω

αλλοιωμένους πάπυρους

ιαχές από κόρες σοφές

όλο γέλια κι όμως λυπημένες

 

Είν’ η Σαπφώ τώρα εδώ;

Οι κόρες οι σπουδαίες;

Κέλομαι σας

στο φως του ήλιου να σταθείτε

και την σοφία ελεύθερα πλέον να γευτείτε

 

 

 

 

 

Ύστερα

υστερα

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

Ύστερα σώπασαν τα γέλια

νότες κρυστάλλινες που μας γυρόφερναν, που μας τραβούσαν τα μαλλιά

κι ένα αεράκι φύσηξε τα χάρτινα ποτήρια

είχε ψυχρούλα τό’ νοιωσα

τα ολόδροσά τους κρύβανε τα πέταλα αργά οι μαργαρίτες

μη δείξουν βιαστικά πως φεύγαν πρώτες

 

Ύστερα πάψανε οι μουσικές

μια σκιά σκοτείνιασε τα πράσινα των φύλλων

μπήκαμε μέσα , πιο ζεστά, κι ανάψαμε τα φώτα

αυτόφωτοι καθώς ποτέ δε γίνηκε να ζούμε

τα σύννεφα βαφτήκαν γκρι, φορτώθηκαν σταγόνες

σαν ψέματα πως λίγο πριν τα γέλια μας τρομάζαν τα τζιτζίκια

 

Ύστερα τάχαμε όλα πει, και κάπως κουρασμένοι

ζαρώσαμε σε μια γωνιά, τα δέντρα θυμωμένα

χορεύαν τώρα στην αυλή

κι ο αέρας σκόρπιζε μπάσες κραυγές

απρόσκλητος έξω απ’ τις  πόρτες άρχοντας

βροντούσε να περάσει

 

Ύστερα γύρισα κι είχες χαθεί

και σ’ είχα τόσο ανάγκη

κάποιος χαμήλωσε το φως

άδεια μπουκάλια, άδειες καρδιές

μονάχα τα παράθυρα σε μια αντανάκλαση θυμούνται τη χαρά

τη ζήσαμε, ήταν όνειρο;

ήσουν στο πλάι μου άνοιξη;

ρωτάω μα μου απαντάει ο βοριάς

 

Ύστερα φύγανε οι μικροί

Ύστερα φύγαν όλοι

Μα δε θυμάμαι τι έγινε πριν

για δε μιλάς;

μου λείπεις

ο αέρας τρύπωσε με γρατζουνάει ειρωνικά

μου λείπεις

μα δε θυμάμαι αν σε συνάντησα ποτέ πραγματικά…

Never to dream of spiders

Audre-Lorde

by Audre Lorde

Time collapses between the lips of strangers
my days collapse into a hollow tube 
soon implodes against now
like an iron wall
my eyes are blocked with rubble 
a smear of perspectives
blurring each horizon 
in the breathless precision of silence
One word is made.

Once the renegade flesh was gone
fall air lay against my face 
sharp and blue as a needle
but the rain fell through October
and death lay a condemnation
within my blood.

The smell of your neck in August
a fine gold wire bejeweling war
all the rest lies
illusive as a farmhouse
on the other side of a valley
vanishing in the afternoon.

Day three day four day ten
the seventh step
a veiled door leading to my golden
anniversary
flameproofed free-paper shredded
in the teeth of a pillaging dog
never to dream of spiders
and when they turned the hoses upon me
a burst of light.