Ἀρχεῖα

Μεταμορφώσεις

τοῦ Γεωργὶου Βιζυηνοῦ

Γεώργιος Βιζυηνός

Μιὰ μάνα εἶχε τέσσαρα παιδάκια καμωμένα,
τέσσαρα παιδιά.
Τ’ ἀνάγυιωσε, τ’ ἀνάθρεψε, τὰ ’προίκισ’ ἕνα ἕνα,
μ’ εὔθυμη καρδιά.

Κ’ εὑρήκε καὶ τὰ ’πάνδρεψε σ’ ἀνθρώπους μὲ κεφάλι,
μὲ νοικοκυριό.
Κ’ ἐκεῖνα ’σπιτωθήκανε κ’ ἐγείνανε μεγάλοι
μέσα στὸ χωριό.

Μὰ τῆς γρῃᾶς τῆς μάνας των τῆς ἔδωκεν ἡ Μοῖρα
ἄσχημην εὐχή.
Κι’ ἀπέθανε ὁ γέρος της! Κι’ ἀπέμειν’ αὐτὴ χήρα,
χήρα καὶ φτωχή!

Κι’ αὐτὰ σὰν νὰ μὴν ἔφθανεν, ἀρρώστησε μιὰ ’μέρα,
μιὰ κακὴ βραδειά!
Φωνάζει ξένον ἄνθρωπο, μηνᾷ μ’ αὐτόνε πέρα
νἄρθουν τὰ παιδιά.

—Πᾶνε καὶ ‘πὲς τοῦ γυιόκα μου νἀρθῇ νὰ μὲ κυττάξῃ,
καὶ δὲν εἰμπορῶ!—
’Πῆγε καὶ ἦλθε καὶ λαλεῖ.—Τ’ ἀμπέλι του θὰ φράξῃ!
Δὲν ἔχει καιρό!

—Οἱ βάτοι νὰ φυτρώσουνε στὸ σῶμά τ’, εἶπ’ ἐκείνη,
γιὰ παντοτεινά!—
Καὶ ἀπὸ τότ’ ὁ κακογυιὸς σκαντσόχοιρος ἐγείνη,
φεύγει στὰ βουνά!

—Πᾶνε καὶ ’πὲς τῆς κόρης μου νἀρθῇ νὰ μὲ κυττάξῃ,
καὶ δὲν εἰμπορῶ!—
’Πῆγε καὶ ἦλθε καὶ λαλεῖ. – ’Φαίνει λεφτὸ μετάξι!
Δὲν ἔχει καιρό!

—Νὰ ’φαίνῃ καὶ νὰ διάζεται, καὶ νἆναι, εἶπ’ ἐκείνη,
μὲ χωρὶς πανί! –
Καὶ ἀπὸ τότ’ ἡ ἄπονη, ἀράχνη ἔχει γείνει,
ματαιοπονεῖ!

—Πᾶνε στὴν ἄλλη κόρη μου, νἀρθῇ νὰ μὲ κυττάξῃ,
καὶ δὲν εἰμπορῶ!—
’Πῆγε καὶ ἦλθε καὶ λαλεῖ.—Θὰ πλύνῃ καὶ θ’ ἀλλάξῃ!
Δὲν ἔχει καιρό!

—Ἡ σκάφη πὰ στὴν ῥάχη της νὰ γύρῃ, εἶπ’ ἐκείνη,
ἄπλυτ’ ἀλλαγή!—

Καὶ ἀπὸ τότ’ ἡ ἄπονη χελώνα ἔχει γείνει,
σέρνεται στὴν γῆ!

—Πᾶνε στὴν τρίτη κόρη, μου νἀρθῇ νὰ μὲ κυττάξῃ,
καὶ δὲν εἰμπορῶ!—
Πρὶν ἐπιστρέψῃ καὶ τῆς πῇ, ἡ κόρ’ εἶχε προφθάξει.
Εἶχ’ αὐτὴ καιρό;

—Γιατί στὰ χέρια, κόρη μου, στὰ δάχτυλα ζυμάρι
κι’ ἄλευρα ἐδώ;
—Ἐζύμονα, μανούλα μου, μὰ εἴδησ’ ἔχω πάρει
κ’ ἦρθα νὰ σὲ ἰδῶ.

—Ἀνθόσκονη τ’ ἀλεῦρί σου, κ’ ἡ σκάφη σου κυψέλη!
Ηὗρες τὸν καιρό!
Στὸν βίο σου, νὰ γίνεται ὅ,τι κι’ ἂν πιάνῃς μέλι,
μέλι γλυκερό!—

Λαλεῖ, καὶ μὲ χαμόγελο ἀποκοιμιέτ’ ἐκείνη
γιὰ παντοτεινά.
Καὶ ἀπὸ τότε, μέλισσα ἡ κόρη της ἐγείνη
καὶ καλοπερνᾷ.

Γυρνᾷ σ’ ὅλα τὰ λούλουδα, εἰς ὅλα τ’ ἄνθη ’μβαίνει,
μ’ εὔθυμη ψυχή.
Κι’ ἀπ’ ὅλα ’ναι τὰ πλάσματα ἡ πιὸ εὐλογημένη,
διὰ τὴν εὐχή.

The Poets light but Lamps — J 883 /Franklin 930

by Emily Dickinson

emily

 

 

 

 

 

 

 

 

 

The Poets light but Lamps —
Themselves — go out —
The Wicks they stimulate —
If vital Light
———
Inhere as do the Suns —
Each Age a Lens
Disseminating their
Circumference —

 

Κι οι Ποιητές λάμπουν Φανοί

της Έμιλυ Ντίκινσον, μετάφραση της Μαρίας Δαμολή

———

Κι οι Ποιητές λάμπουν Φανοί —

Οι ίδιοι – μέλλει να σβηστούν —

Μα άλλα Φιτίλια θ΄ αναφτούν

Κι αν είναι η Φλόγα ζωντανή

———

Σαν Ήλιοι λάμπουν εγγενώς —

Κάθε Εποχή κι ένας Φακός

Που διαδίδει διενεκώς

Περιφερειακά το Φως —

I’m Nobody! Who are you? – J288/Franklin 260

by Emily Dickinson

emily

I’m Nobody! Who are you?
Are you – Nobody – Too?
Then there’s a pair of us!
Don’t tell! they’d advertise – you know!

How dreary – to be – Somebody!
How public – like a Frog –
To tell one’s name – the livelong June –
To an admiring Bog!

Ποιός είσαι εσύ; Εγώ ο Κανένας! – J288/Fr260

της Έμιλυ Ντίκινσον, μετάφραση της Μαρίας Δαμολή

————

Ποιός είσαι εσύ; Εγώ ο Κανένας!

Eίσαι και συ μήπως – Κανένας;

Μα τότε είμαστε ζευγάρι ταιριαστό!

Μιλιά! Μας αναγγείλαν στο λεπτό!

————

Τι ανιαρό – να είσαι – ο Κάποιος!

Και σαν Βατράχι – τον Ιούνη -λαϊκό

Να λες το όνομά σου ακαταπαύστως –

και να θαυμάζει όλου του Βούρκου το κοινό!

Πόθοι

του Κώστα Κρυστάλλη

Kostas_Krystallis

—————————–

Θ. Πασχίδη ἀδελφῷ
θανόντι ἐν ἐξορίᾳ

—————————–

-Ἤθελα νἄμουν σταυραητός, νὰ πέταγα τ᾿ ἀψήλου,
ν᾿ ἀνέβαινα στὴ Λιάκουρα, κατάκορφα στὴ ράχη,
νἄριχνα ἐκεῖθε μία ματιά, ν᾿ ἀγνάντευα τὸν Πίνδο,
νὰ ἰδῶ πῶς μοῦ τὸν ἔκαμαν τὰ χρόνια κ᾿ ἡ σκλαβιά του.
Ποιὸς λέει δὲν κλαῖνε τὰ βουνά; Ποιὸς λέει πὼς δὲν γεράζουν;…
Χιόνια καὶ κρούσταλλα παλιά, γεράματα γιομάτα,
σκεπάζουνε τὸν Πίνδο μου, καὶ καταχνιὲς τὸν πνίγουν·
κι ἀκούγω, ἀκούγω ἀπὸ μακρυά, ἀκούγω ἀπὸ τὰ ξένα
τῆς γερατειᾶς του τὸ σκουσμό, τὸ κλάμμα τῆς σκλαβιᾶς του.
Ἄχ! πότε αὐτὸ τὸ σκούξιμο, τρανὴ κραυγὴ θὰ γίνει,
κραυγὴ ἀνήμερου θεριοῦ, ἐκδίκηση γιομάτη,
νὰ μάσει ἀπὸ τὴν ξενιτιὰ τὰ ἔρμα τὰ παιδιά σου,
τ᾿ ἀστροπελέκια σου ἄρματα, Πίνδε, νὰ μᾶς μοιράσεις,
μία μέρα, ν᾿ ἀναστήσουμε τὴ δόλια μας πατρίδα!…
Ἄχ! πότε ἡ καταχνιά σου αὐτὴ κ᾿ ἡ τόση σου θολούρα,
ποὺ τώρα στὸ ἀτέλειωτο σάβανο σὲ τυλίγει,
πότε νὰ γίνει θὰ τὴν δῶ καπνούρα ἀπὸ ντουφέκια!…
Καὶ πότε αὐτὸς ὁ ἥλιος σου, ποὖναι νεκρὸς καὶ κρύος,
πότε μία μέρα θὲ νὰ βγεῖ ζεστὸς μέσ᾿ στὲς κορφές σου,
νὰ λυώσουνε τὰ κρούσταλλα καὶ τὰ πολλά σου χιόνια,
καὶ φυτρώσουν, μία ἄνοιξη, μαζὶ μὲ τὰ λουλούδια,
ἀρματωμένα, Πίνδε μου, τὰ νιάτα τὰ παλιά σου!…

 

Nyx – A Louise aussi de Lyon et d’Italie

par Catherine Pozzi

catherine pozzi

O vous mes nuits, ô noires attendues
O pays fier, ô secrets obstinés
O longs regards, ô foudroyantes nues
O vols permis outre les cieux fermés.

O grand désir, ô surprise épandue
O beau parcours de l’esprit enchanté
O pire mal  ô grâce descendue
O porte ouverte où nul n’avait passé

Je ne sais pas pourquoi je meurs et noie
Avant d’entrer à l’éternel séjour.
Je ne sais pas de qui je suis la proie.
Je ne sais pas de qui je suis l’amour.

Contra spem spero

by Lesya Ukrainka

Lesia Ukrainka

Away, dark thoughts, you autumn clouds!
A golden spring is here!
Shall it be thus in sorrow and in lamentation
That my youthful years pass away?

No, through all my tears I still shall laugh,
Sing songs despite my troubles;
Have hope despite all odds,
I want to live! Away, you sorrowful thoughts!

On this poor, indigent ground
I shall sow flowers of flowing colors;
I shall sow flowers even amidst the frost,
And water them with my bitter tears.

And from those burning tears will melt
The frozen crust, so hard and strong,
Perhaps the flowers will bloom and
Bring about for me a joyous spring.

Unto a winding, flinty mountain
Shall I bear my weighty stone,
Yet, even bearing such a crushing weight,
Will I sing a joyful song.

Throughout a lasting night of darkness
Ne’er shall I rest my own eyes,
Always searching for the guiding star,
The bright empress of the dark night skies.

I shall not allow my heart to fall sleep,
Though gloom and misery envelop me,
Despite my certain feelings
That death is beating at my breast.

Death will settle heavily on that breast,
The snow covered by a cruel haze,
But fierce shall beat my little heart,
And maybe, with its ferocity, overcome death.

Yes, I will laugh despite my tears,
I’ll sing out songs amidst my misfortunes;
I’ll have hope despite all odds,
I will live! Away, you sorrowful thoughts!

СОNТRА SРЕМ SРЕRО!*

* Без надії сподіваюсь! (Лат.)

Леся Українка

Гетьте, думи, ви хмари осінні!
То ж тепера весна золота!
Чи то так у жалю, в голосінні
Проминуть молодії літа?

Ні, я хочу крізь сльози сміятись,
Серед лиха співати пісні,
Без надії таки сподіватись,
Жити хочу! Геть, думи сумні!

Я на вбогім сумнім перелозі
Буду сіять барвисті квітки,
Буду сіять квітки на морозі,
Буду лить на них сльози гіркі.

І від сліз тих гарячих розтане
Та кора льодовая, міцна,
Може, квіти зійдуть – і настане
Ще й для мене весела весна.

Я на гору круту крем’яную
Буду камінь важкий підіймать
І, несучи вагу ту страшную,
Буду пісню веселу співать.

В довгу, темную нічку невидну
Не стулю ні на хвильку очей –
Все шукатиму зірку провідну,
Ясну владарку темних ночей.

Так! я буду крізь сльози сміятись,
Серед лиха співати пісні,
Без надії таки сподіватись,
Буду жити! Геть, думи сумні!

O My Brother, You Must Not Die

by Akiko YosanoAkiko Yosano

O my young brother, I cry for you
Don’t you understand you must not die!
You who were born the last of all
Command a special store of parents’ love
Would parents place a blade in children’s hands
Teaching them to murder other men
Teaching them to kill and then to die?
Have you so learned and grown to twenty-four?

O my brother, you must not die!
Could it be the Emperor His Grace
Exposeth not to jeopardy of war
But urgeth men to spilling human blood
And dying in the way of wild beasts,
Calling such death the path to glory?
If His Grace possesseth noble heart
What must be the thoughts that linger there?