Ἀρχεῖα

Το τραγούδι της αδελφής μου

του Γιάννη Ρίτσου

το τραγουδι της αδελφής μου Ριτσος

Λούλα Ρίτσου

Στην αδελφή μου ΛΟΥΛΑ
Στους τρικυμισμένους καθρέπτες
Των λυγμών
Θραύεται το ήρεμο πρόσωπο
Της αιωνιότητας
Κι όμως ακόμη ακούμε εντός μας
Το φλοίσβισμα της ηρεμίας.

ΑΔΕΛΦΗ μου,
θ’ άξιζε ολόρθος να σταθώ
κατάντικρυ στον ήλιο
και των στίχων τους κίονες να υψώσω
προς το κυανό διάστημα
για να περιπατείς τα βράδια
χαμογελώντας πλάι στην Ευρυδίκη
κάτω απ’ τους έναστρους θόλους
του άφθαρτου θέρους.
Όμως, αδελφή μου,
δε δύναμαι άλλο.
Το άπειρο συνέτριψε
το στιλπνό του τόξο
στο μέτωπο μου
και στροβιλίζομαι
στην άπειρη Στιγμή
θρυμματισμένος και αδαής.
Η φωνή μου ναυάγησε.
Η σκέψη μου μάδησε
τα τελευταία της άνθη.
Μονάχα με λυγμούς
αρθρώνω το άσμα σου.
Δεν τολμούν
μήτε ο πόνος μήτε η έκσταση
με ματωμένα χείλη να ψελλίσουν
τ’ όνομα σου.
Πάνω στη χλόη τ’ ουρανού
η Ρούθ γονατίζει
για να προσευχηθεί στα πόδια σου.
Τα λευκά περιστέρια
των παιδικών ονείρων
χαμοπετούν στους κάμπους
του δικού σου χαμόγελου.
Οι ρεμβασμοί των σοφών
δεν αναρριχήθηκαν ποτέ
ως τα κράσπεδα
του σεπτού μεγαλείου σου.
Οι ποιητές που ατμίστηκαν στο φως
Αναγνωρίζουν στο φως του προσώπου σου
των στίχων τη μηδαμινότητα.
Μόνο η μεγάλη Σιωπή
μ’ ένα κρίνο στα χέρια
θωπεύει την κυρτή σου ράχη
που ύψωσε ως τον κόρφο του Θεού
τους οικτιρμούς των ανθρώπων,
ενώ οι γαλάζιες νύχτες
ακινητούν σε κατάνυξη
δακρύζοντας άστρα.
Αδελφή μου,
διπλώνω τα φτερά μου
λυγίζω το σώμα
για ν’ ασπασθώ
τις άκρες των γυμνών ποδιών σου.
Ευδόκησε να πραϋνθεί το πνεύμα μου
για να ψάλω τον ύμνο που αρμόζει
σε σένα, αδελφή μου,
αδελφή όλου του κόσμου.

———————————
ΤΑ ΛΕΥΚΑ χέρια σου
που άλειφαν μύρα τις πληγές μας
τώρα σφαδάζουν δεμένα πισθάγκωνα
στο σταυρό του κορμιού σου
σα νάταν, αδελφή μου,
χέρια ληστών.
Το λιγνό σώμα σου περιτυλίγεται
τον τεφρό μανδύα της αλλοφροσύνης.
Τα μάτια σου απομείνανε
δυό πύργοι γυάλινοι, ακατοίκητοι
και μέσα τους γυρνούν αδέσποτες
οι σκιές του παρελθόντος.
Αδελφή μου,
πως μ’ εγκατέλειψες τα μεσάνυχτα
να ψάχνω δίχως λύχνο
ν’ ανακαλύψω τα ίχνη
των απωλεσμένων βημάτων σου;
Βύθισε με και μένα
στο ίδιο σκότος
να μην ακούω τις σάλπιγγες
των κραυγών σου
που μετρούν τους αμέτρητους τάφους.
Ανατίναξε στο άπειρο
τους βολβούς των ματιών μου
για να μη βλέπω
τα δεμένα σου χέρια.
Στρέφω την όψη παντού
και θωρώ μόνο εσένα.
Επικαλούμαι
της ομορφιάς την καλοσύνη
να μ’ ελεήσει μια στάλα δροσιάς.
Όμως κανείς δεν αποκρίνεται
στις παρακλήσεις
των ηττημένων λαών.
Κίτρινη σκόνη
από ξερά τριαντάφυλλα
χιόνισε πάνω στους κήπους.
Το σιγαλό ακρογιάλι
αποσύρθηκε μες στο λυκόφως
κι η Άνοιξη αποκοιμήθηκε
με το φωτεινό πρόσωπο
κλεισμένο στις παλάμες.
Που βρίσκεται τώρα η σιωπή
με τους λευκούς ύπνους
με τις παγωμένες εκστάσεις
με τα ουδέτερα ρόδα;


 

ΑΔΕΛΦΗ μου,
δεν είμαι πια ποιητής
δεν καταδέχομαι νάμαι ποιητής.
Είμαι ένα πληγωμένο μυρμήγκι
που έχασε το δρόμο του
μες στην απέραντη νύχτα.
Αναδεύω την τέφρα
των πυρπολημένων Απριλίων
και δε βρίσκω μια σπίθα
για ν’ ανάψω την αρχαία θερμάστρα.
Εσύ εζύγισες
τους θησαυρούς των αιώνων
μες στη λεπτή παλάμη σου.
Εσύ εγκρέμισες τα όρη
όπου αναπαύονταν οι ποιητές.
Κι εγώ δεν είμαι πια ποιητής.
Το ξέρω,
οι ποιητές
δε ρυπαίνουν με δάκρυα
τις κρυστάλλινες πολιτείες.
Αγρυπνούν
με το βλέμμα τους ίσο κι αθόλωτο
για να μετρούν
τις φρικιάσεις του φωτός
και τους παλμούς του σύμπαντος.
Όμως εγώ,
αδελφή μου, αγρυπνώ
μετρώντας τους παλμούς
και την ανάσα σου.
Στυλώνομαι, πύργος νυχτός,
Μες την ακατανόητης βοή
των διασταυρουμένων κεραυνών
κι αγγίζω αδίστακτος τα ξίφη.
Οι αψίδες του φωτός κατέρρευσαν
κάτω απ’ τα βλέφαρα σου.
Τίποτ’ άλλο δε ζει
έξω απ’ τον πένθιμο κύκλο
που χαράζουν στην πλάση τα μάτια σου.
Δε θέλω
τα τύμπανα των θριάμβων
ν’ αναγγέλλουν τη δόξα μου
μες στα δάση της άνοιξης.
Το δικό σου χαμόγελο
μου φτάνει.
Η κρήνη των ματιών σου
μπορεί να ποτίσει τη δίψα μου
και ν’ ανθίσει τη ζωή μου.


ΕΙΧΑ ένα λαμπρό χιτώνα
που ζέσταινε τις ώρες μου.
Είχα τη συντροφιά των στίχων
που τις νύχτες μου μιλούσαν
για νικηφόρες εκστρατείες.
Καθισμένος εκεί
σιωπηλός και μονάχος
έστηνα με φθαρμένες πρωίες
τη σκηνή της γαλήνης μου.
Ονειρευόμουν
τις γλαυκές υποδοχές
που μου ετοίμαζαν οι άγνωστοι φίλοι μου
και στης αυγής τον κάμπο ατένιζα
τη χλοϊσμένη στέγη του καμπαναριού
χιονισμένη από λευκούς πελαργούς.
Ξανθά μαλλιά
Μ’ ένα θάμβος εξαίσιο στα μάτια,
θ’ άνοιγαν τις μεταθανάτιες
διαθήκες των ασμάτων μου.
(Πόσα χαμόγελα σύναξα
στην πικρή μοναξιά μου
για τη χαρά των ανθρώπων!)
Ω, η ακολουθία που καρτερούσε
την είσοδο μου στα Ιεροσόλυμα.
Σαν αμίλητος Χριστός
άκουγα την σάλπιγγα των ουρανών
μάντευα τους δρόμους
με βάγια στρωμένους
κι η καρτερία δε μου απόλειπε
στην πύρινη καταδίκη μου.
Όμως, αδελφή μου,
δεν ξέρω πια
να περιμένω και να προσεύχομαι.
Άκου¢ αυτή η εσπέρα προκαλεί
την αρχαία ψυχή μου
ανεμίζοντας ρόδινους πέπλους
πάνω απ’ τους κήπους.
Οι ακκισμοί των πουλιών
προσβάλλουν το σεμνό μου πένθος.
Αδελφή μου, ησύχασε¢
ο καταρράκτες των κελαϊδισμών
δε ραντίζουν την εγκατάλειψη μου.
Μένω πιστός μες στο βραχίονα
της ιδικής σου αγάπης.
Δεν είμαι πια ποιητής
και πικραίνομαι.
Συγχώρεσε με, αδελφή μου,
για τη θλίψη μου αυτή
που ζει έξω απ’ τη θλίψη σου.


ΑΔΕΛΦΗ μου,
ένα νέφος εσκίαζε πάντοτε
τα βλέφαρα σου.
Ακουμπισμένη στον εξώστη
-παιδάκι ακόμη-
κοιτούσες τη θάλασσα
να ξετυλίγει τ’ όνειρο
της απέραντης ερημίας.
Τάιζες την καρδιά σου
με τα φύλλα του φθινοπώρου.
Η μητέρα καθρέπτιζε
το αίνιγμα του ίσκιου της
μέσα στα μάτια σου.
Το χλωμό φέγγος του προσώπου σου
σερνόταν στο δάπεδο
του σπιτιού μας.
Δε σ’ είδαμε ποτέ να κλάψεις.
Μονάχα εκεί στα μηλίγγια σου
οι λεπτές φλέβες
όμοιες με σχέδια κυανού φωτός
έκρουαν τον πυρετό
των κλειδωμένων χειλιών σου.
(Πόσες φορές,
τις ώρες που κοιμόσουν,
έσκυψα πάνω τους για να διαβάσω
το μυστικό σου).
Γεμάτη αγάπη κι έλεος
έδενες τις πληγές μας
και σώπαινες.
Η σιωπή σου μηνούσε τα πάντα.
Τις χειμωνιάτικες εσπέρες
βάδιζες μόνη στο δάσος
να νοσηλεύσεις
τα γυμνά σπουργίτια,
να ζεστάνεις
τα παγωμένα έντομα.
Σπυρί-σπυρί σύναξες μέσα σου
τα δάκρυα των φτωχών, των ταπεινών.
Κι όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μας
εσύ απόμεινες ακόμη ορθή
-ίσκιος της Παναγίας-
για να μου δείξεις τ’ άστρα
μες απ’ την τρύπια στέγη.
Τώρα η σιωπή σου εθραύσθη
και στο μικρό κοχύλι πούκρυβες
άκουσα τις κραυγές του ωκεανού.
Αδελφή μου, δε μούμεινε
μήτε μια πέτρα να γείρω.


ΑΚΟΜΗ οδοιπορώ
στην ερημία των συνωστισμών,
στους ανύποπτους δρόμους.
Κανένας.
Τα παιδιά παίζουν δίχως να μαντεύουν
τις καμπάνες που κρούονται μακριά
σφραγίζοντας το αίμα τους.
Μπορούν ακόμα οι άνθρωποι και γελούν.
Μπορώ κι ακούω ακόμη
τις ομιλίες που κάμπτουν λοξά
-εμπορικά πλοία που περνούν
πλάι σε μοναχικό φάρο
χτισμένον καταμεσίς στο πέλαγος.
Απ’ τις μετόπες των μεγάρων
τα ρολόγια φωνάζουν:
μηδέν, μηδέν, μηδέν.
Εκείνοι ερωτεύονται τυχαία,
εκείνοι χτίζουν την επικαιρότητα,
εκείνοι κρατούν τα βιβλία
γεμάτα ισχνούς ασκητές.
Τα τραίνα μεταφέρουν,
μς από σταθμούς ερημωμένους,
την καταχνιά και τα κόκκαλα.
Οι πασχαλιές αναδεύουν
έα μαβί υπόλειμμα
ξεθωριασμένου ονείρου
πάνω απ’ τα πέτρινα μέτωπα.
Τίποτα.
Κι αυτό το λίγο μύρο
τς παιδικής αναπόλησης
καταναλίσκεται μάταια
χωρίς ηχώ.
Κανείς δεν βλέπει.
Τεφρές νιφάδες
Καλύπτουν τη γη.
Θεέ μου,
να σφαλίσω τα μάτια
να σταυρώσω τα χέρια
και ν’ αφεθώ στων ανέμων τη διάθεση.
Έτσι βαθιά κουρασμένος
να κυλήσω στην άβυσσο
ενώ η ταχύτητα της πτώσης
θα σφυρίζει στ’ αυτιά μου
το τραγούδι της ανάπαυσης.
Κλείστε τα παράθυρα.
Η αυθάδεια του φωτός
κηλιδώνει το δάκρυ μου.
Ας λείψει κι η άνθινη φλυαρία.
Δε χρησιμεύει.
Μητέρα σιωπή
φέρε το χέρι σου
στους κροτάφους μου.
Στο γυμνό κρανίο μου
Τα φθινοπωρινά δάση
σαλεύουν τους ίσκιους τους.
Αδελφή μου, νυστάζω.
Που ν’ ακουμπήσω;
Πώς να κοιμηθώ;
Δεν έχω κλίνη.
Κ’ η άρρωστη αυγή
βρίσκει πάλι αναμμένη
τη λάμπα της αγρύπνιας μου.


Η ΔΕΙΛΙΝΗ ώρα
με πρόλαβε μακριά σου
αδελφή μου.
Η σεβάσμια ομορφιά
χτύπησε τον ώμο μου
με στοργική παλάμη.
Στον ορίζοντα υποφώσκει
η φλόγα ενός λησμονημένου ρόδου.
Οι μαλακές κορυφές
ανεβάζουν
κάνιστρα μενεξέδων
στα διάφανα πόδια
της ανάπαυσης.
Κρατώ στην ποδιά
ένα νιογέννητο πρόβατο
και βυθίζω το πνεύμα
στ’ αγαθά του βλέμματα.
Κοιτώ τους κάμπους
να εισπνέουν ειρηνικά
τη βραδινή σιγή
και χαιρετώ τις ψυχές
των πραγμάτων.
Πίσω απ’ τις ανθισμένες αχλαδιές
με κοιτάζει θλιμμένη
η σκιά σου.
Αδελφή μου, δε σε λησμόνησα.
Βυθομετρώ την καλοσύνη
με τη δική σου επιείκεια.
Μοιράζω χαμόγελα
στις γραμμές και στα σχήματα
που φωτίστηκαν απ’ το άγιο σου φέγγος.
Μα ενώ σου μαζεύω
μια δέσμη μαργαρίτες
απ’ τους αγρούς της εσπέρας,
εσύ, αδελφή μου,
μ’ έξαλλα μάτια
σπαθίζεις το στερέωμα
χωρίς να μαντεύεις
πως οι καθρέπτες των όντων
ζωντανεύουν την εικόνα σου
μες από στρώματα σιωπής κ’ ευλάβειας.


ΑΔΕΛΦΗ μου, σούχα τάξει
ν σου φέρω τ’ αθάνατο νερό.
Σούχα τάξει να ρίξω τον ήλιο
στην ποδιά σου.
Τώρα κραυγάζεις:
«Αδελφέ μου, διψώ’
πούναι τ’ αθάνατο νερό
να ξεδιψάσω;
Αδελφέ μου, κρυώνω’
πούναι ο ήλιος
να ζεστάνω τα χέρια μου;»
Και μένω ασάλευτος κι ανήμπορος.
Εγώ που περιπλανήθηκα
στους ουρανούς
δε δύναμαι να διατρέξω
μια σπιθαμή γης.
Κάτω απ’ το χιόνι ακούω
τις ρίζες του παλιού μας κήπου
να με δένουν στο χώμα.
Κ’ έχω ξεχάσει να βαδίζω.
Σκύβω πάνω απ’ το χάος
της ψυχής σου
γεμάτος δέος.
Τ’ άστρα συγκρούονται
στους βυθούς των ματιών σου
κ’ οι μάχες των θεών
ματώνουν τα σπλάχνα σου.
Πώς να πλάσω την πυρκαϊά σου
σε ψυχρή προτομή νηνεμίας;
Είχα πιστέψει κάποτε στον ουρανό,
μα εσύ μούδειξες
τα βάθη της θάλασσας
με τις νεκρές πολιτείες
με τα λησμονημένα δάση
με τους πνιγμένους θορύβους
Και τώρα ο ουρανός βυθίστηκε
-πληγωμένος γλάρος-
μέσα στη θάλασσα.
Το χέρι μου που σούχτιζα
γεφύρι της αβύσσου
γκρεμίστηκε.
Κοίταξε με,
πόσο γυμνός και πόσο αθώος
κείτομαι εμπρός σου.
Κρυώνω, αδελφή μου.
Ποιος θα μας φέρει πια τον ήλιο
να ζεστάνουμε τα χέρια μας;
Σωπαίνω κι αφουγκράζομαι.
Κανείς δεν περνά
στο νύχτιο δρόμο.
Τ’ άστρα ναυάγησαν
στα σκουριασμένα μάτια
του μαδημένου αετού
που ταλαντεύεται στο χείλος
των σκοτεινών επάλξεων.
Τα δεμένα σου χέρια
φράζουν την έξοδο.
Μόνο η φωνή σου περιτρέχει
τους διαδρόμους της νύχτας
χτυπώντας το μακρύ της ξίφος
πάνω στις πλάκες.
Είναι αργά.
Μήτε ο θάνατος με δέχεται
μήτε η ζωή.
Πού θα πάω;


ΑΔΕΛΦΗ μου, απατήθηκα.
Δεν είμαι θεός.
Δεν ορίζω τίποτα.
Στην πυρκαϊά σου εξάτμισα
την υδάτινη εξουσία μου.
Καθώς ετίναξες
τη χρυσή στάχτη του φωτός
απ’ τα ματόκλαδα της πλάσης
ατένισα στο δειλινό σου ορίζοντα
τους μεγάλους σταυρούς της ανθρωπότητας
κι αγάπησα τους λυπημένους ανθρώπους
που περνούν σιωπηλοί –λευκά ποίμνια
σφραγισμένα στο μέτωπο
με την κόκκινη βούλα.
Την ιστορία του κόσμου διάβασα
σε μια σταγόνα του δικού σου αίματος.
Ω, άνθρωποι, ω, αδέλφια μου,
της αδελφής μου αδέλφια,
στην απέραντη θάλασσα της καρδιάς σας
καταποντίζονται τα όνειρα πλησίστια,
η αλαζονεία των στοχασμών
κ’ οι απαθείς ρεμβασμοί των Θεών.
Πόσα ταξίδια κάνατε!
Και δε φέρατε πίσω μαζί σας
μήτε μια εικόνα βλάστησης
να στολίσετε τ’ άδειο σας σπίτι,
μήτε ένα κοχύλι
από κείνα που απόρριξαν
στη στεριά οι τρικυμίες
-φεγγερό κειμήλιο κι άγρυπνο κλειδί-
να κλειδώνετε την πόρτα σας
όταν φυσούν τις νύχτες οι άνεμοι.
Τα μάτια σας μένουν για πάντα
στενά κι αθώα
-δυό σταγόνες βροχής χρωματισμένες
με σιωπή κι απορία.
Δεν έχετε κανένα καταφύγιο.
Πεθαίνετε χωρίς ανάσταση
χωρίς να βρεθεί
ένα ρόδινο χείλι παιδιού
να ξαναπεί τ’ όνομα σας
κάτω απ’ τον ήρεμο ουρανό
του νέου Μαΐου.
Όμως εγώ
τη μνήμη σας είδα να ζυγιάζεται
-σεπτό περιστέρι,
στης αδελφής μου τον ώμο.
Αδέλφια μου,
δεχτείτε τον αποστάτη
στον πλατύ κόρφο σας.
Με τα δάκρυα πλένω
τα πληγωμένα πόδια σας.
Με τα δάκρυα καθαρίζω τα χέρια μου
απ’ τη σκόνη της περηφάνειας
για ν’ αξιωθώ να χαϊδέψω τα μαλλιά σας.


ΑΔΕΛΦΗ μου,
έλα να γείρουμε
σαν άρρωστα παιδιά
πάνω απ’ τον άϋλο κήπο
που βυθίστηκε μέσα μας,
ν’ ακούσουμε
το λειωμένο άρωμα
που αμελημένο καταστάλαξε
σε μια θαμπή γωνιά της καρδιάς μας.
…Τις θερινές νύχτες
εκστατικοί θωρούσαμε
το μεγάλο φεγγάρι ν’ αναδύεται
απ’ το γιαλό της πατρίδας μας.
Ο ασημένιος δρόμος μας ταξίδευε
στους γαλάζιους ψιθύρους της πλάσης.
Η μητέρα παράστεκε
-λευκός άγγελος
στις λευκές νύχτες.
Ακούγαμε
τη μακρινή φωνή της
και το γλυκό θρό της εσθήτας της
ενώ τα μάτια μας έγερναν
στον έναστρο ύπνο.
Α, η γλυκειά προστασία
που αγρυπνούσε στο πλευρό μας
ζεσταίνοντας
τα γυμνά πουλιά των ονείρων μας.
Άχνη από φέγγος μας τύλιγε
και φεύγαμε, αδελφούλα μου,
ανάμεσα ουρανού και θάλασσας.
…Κ’ ύστερα
οι κλεισμένες πόρτες
τ’ αδιάφορα παράθυρα
οι γυρισμένες πλάτες.
Η φωνή της μητέρας νεκρή.
Μόνοι
πιασμένοι απ’ το χέρι
μέσα στις άγνωστες πολιτείες
-δυό μικροί επαίτες
του ζεστού μας ονείρου
κάτω απ’ το ραγισμένον ουρανό.
Δε μας απόμεινε πια σκέπη
ούτε ραβδί.
Όμως γνωρίζουμε ακόμη
ν’ αγαπιόμαστε
και ν’ αγαπάμε.
Κουραζόμουνα κ’ έγερνα πάνω σου.
Στύλωνες τα μάτια σου στα μάτια μου
κ’ έφερνες ξανθές ανεμώνες
απ’ το μόχθο σου στ’ όνειρο μου.
Αδελφή μου,
σίμωσε πάλι να φιλήσεις
το μέτωπο μου που φλέγεται.
Κοίτα,
σου ανοίγω το μικρό φεγγίτη
και μια λοξή αχτίνα
χαράζει τον ίσκιο του προσώπου σου.
Παραμέρισε τη νύχτα
κ’ έλα κοντά μου
να πιαστούμε, όπως τότε, απ’ το χέρι
και να περάσουμε στις ψυχρές πολιτείες
-δυό μικροί επαίτες
του παλιού μας ονείρου,
-δυό μεγάλοι πρίγκηπες
της αγάπης.


ΘΥΜΑΣΑΙ;
Σούχε χαρίσει κάποτε η μητέρα
ένα ρόδινο φόρεμα
και μια μικρή ρόδινη ομπρέλα.
Ανέβαινες την ανθισμένη πλαγιά
το εαρινό πρωινό
ανάλαφρη και διάφανη
-ένα ρόδινο νέφος φωτός.
Κοιτούσες τον ουρανό
σαν κάτι από ψηλά να σε καλούσε.
Μόνο οι θλιμμένες πλεξίδες
των μαύρων μαλλιών σου
βάραιναν τη λεπτή σου ράχη.
Φοβόμουν
μήπως μιαν ώρα χαθείς
όμοια με ρόδινο φως
μέσα στη δύση.
Μάζευα τότε
όστρακα στιλπνά
και πολύχρωμα βότσαλα
απ’ τ’ ακρογιάλι του νησιού μας
για να δω τα μάτια σου
να χαμογελούν
και να μαζέψω την καρδιά σου
που διαλυόταν αθόρυβα
στη θλίψη του κόσμου.
Μα δεν ήξερες να γελάς.
Έκανα φτερά τα δάκρυα σου
κ’ έφευγα μακριά για να σου φέρω
τη γύρη του αιθέρα
να ραντίσω τη σιωπή σου.
Όμως δεν ήξερες να δέχεσαι.
Χάριζες.
Μόνο χάριζες.
Όλα τα δώρα σου
τα μοίρασες
κ’ έμειναν άδειες
οι παλάμες σου.
Έγειρες το κεφάλι
-πικραμένο πουλί,
στη σκοτεινή φτερούγα σου
και τραγούδησες το απίστευτο τραγούδι
του πληγωμένου σύμπαντος.
Αδελφή μου,
ύψωσε το κεφάλι.
Σκύβω σιμά σου και σου φέρνω
τους παιδικούς μας όρθρους
ν’ αναπνεύσεις βαθιά
την αλμύρα του νησιού μας,
τους βραδινούς φλοίσβους
και περνώντας την ομίχλη του νόστου
ν’ αράξεις κοντά μου.
Γύρισε, αδελφή μου,
στη μικρή Βηθλεέμ
που μας γέννησε ωραίους και ταπεινούς
κ’ εγώ, θα δεις, θα μαδήσω
τα όνειρα των Ιεροσολύμων
που μ’ έπαιρναν μακριά σου
και θα μείνω για πάντα στο πλάι σου
-ένα σεμνό τριζόνι,
για να σου τραγουδώ
τα βράδια του έαρος.
Δε μ’ ακούς;


ΟΛΑ μ’ αρνήθηκαν,
Όλα τ’ αρνήθηκα.
Δε με παρηγορεί ούτε η σκέψη..
Ότι αγάπησα
μου το πήρε ο θάνατος
κ’ η τρέλα.
Έμεινα μόνος
κάτω απ’ τα ερείπια του ουρανού μου
ν’ αριθμώ τους θανάτους.
Η καταιγίδα σάρωσε απ’ το δρόμο μου
τα λευκά χνάρια του Θεού.
Δε μπορώ να ξαναβρώ το θάνατο.
Οι αγαπημένου μου νεκροί
με ανάστησαν
για να τους κλαίω.
Κι όμως
ο ρημαγμένος μύλος
γυρίζει ακόμη τα φτερά του
πάνω απ’ τους θερισμένους κάμπους,
στην ερημία
των δειλινών ουρανών.
Ω, αυτά τα φτερά
εγγίζουνε τα βλέφαρα μου
με την άρρωστη κίνηση
των διαβασμένων βιβλίων
κι ακολουθώ
το ξένο πρόσταγμα τους
δίχως βουλή και δίχως λήθη.
Ας κοιμηθούν επιτέλους
αυτά τα φτερά που σχεδιάζουν
κουρασμένες χειρονομίες
πληγωμένων πουλιών
στα κατηφή νέφη
του αιώνιου φθινοπώρου.


ΠΟΣΟ ψυχρά με βλέπουν απόψε
οι φωνές και τα χρώματα.
Η δύση σέρνει το χρυσό χαιρετισμό της
πάνω στους ώμους των πραγμάτων.
Τι θέλει αυτό το ρόδινο φως;
Γιατί αυτή η επίδειξη
της αδιάφορης τελετής;
Γιατί αυτή η πρόκληση σε μένα;
Τα δέντρα κ’ η σιωπή
Ντύθηκαν το πομπώδες χρώμα
ρητόρων που αγορεύουν
μπροστά σε αγάλματα τυφλά.
Ω, πως μισώ
τα μαλακά νέφη
που ακινητούν διάπυρα
μέσα στο αυτάρεσκο φως.
Δε με γνωρίζουν
οι αρχαίοι φίλοι μου;
Όχι’
δε μου χρειάζεται τίποτε.
Δεν αρμόζει σε μένανε ο οίκτος.
Εγώ δαγκώνω τα χείλη μου
και πίνω το αίμα μου.
Δεν καταδέχομαι
τη νεκρήν ομορφιά τους.
-Ουρανέ, τι κομπάζεις;
Εγώ, που συνθλίβομαι
κάτω απ’ το πέλμα σου,
θα ξεπεράσω το παγωμένο σου κάλλος
με το ζεστό μου τραγούδι.


ΑΔΕΛΦΗ μου,
μονάχα εσύ μου απόμενες
ν’ ακουμπώ στην καρδιά σου
και ν’ ακούω το σφυγμό των ανθρώπων.
Κάτω απ’ τους θόλους των ματιών σου
ταξίδευε η ζωή μου.
Ερχόσουν ελαφρή και στοργική
τα βράδια που σκυφτός κι αμίλητος
έγραφα στίχους οργισμένους
για τους ασώπαστους πολέμους
του φωτός και του αίματος.
Την παρουσία σου μάντευα
πίσω απ’ τη νύχτα.
Τ’ αγιόκλημα
των τρυφερών ωρών
γέμιζε την τεφρή μου στέγη
μόλις ακούγονταν το βήμα σου.
Χαμογελούσες
κ’ έμπαινε ακέραιος ο ουρανός
μέσα στο δώμα μου.
Γλαυκές ανταύγειες
κυμάτιζαν στους τοίχους
κ’ η ανάμνηση της εξοχής
φλοίσβιζε στην αφή μου.
Όταν γυρνούσα λυγισμένος
απ’ τις νυχτερινές περιπλανήσεις
κι απ’ την περήφανη πικρία της μόνωσης,
έβρισκα το δείπνο της αγάπης
ν’ αχνίζει στο τραπέζι
κ’ η παιδική μνήμη
-λεπτή πεταλούδα,
έπαιζε γύρω απ’ τη λάμπα σου.
Αγρυπνούσες
περιμένοντας την επιστροφή μου.
Κι όταν εγώ,
του Απείρου ο εραστής,
βυθιζόμουν στους ίσκιους
και στις αμφιβολίες του αιθέρα,
εσύ
μ’ ένα δάχτυλο ζεστό
μούδειχνες την τέφρα μου
σε ανθρώπινο σχήμα.
Μοιραζόμουν
το δικό σου σκαμνί
κ’ έτσι κρατούσα
μια θέση στη γη.
Μετρούσα τον καιρό
με το σφυγμό σου.
Αφουγκραζόμουν
κάπου σιμά να πέφτουν
στάλες δροσιάς
από κρυμμένη πηγή.
Κ’ η πηγή πέθανε.
Έφυγες.
Απόσυρες τον ουρανό
-γαλάζια σκόνη,
πίσω απ’ το βήμα σου.
Χιονίζει.
Ζωή, ζωή,
το στερνό σάρκινο ψίχουλο
μου το πήρες.
Δεν έχω δάκρυ πια.
Δεν έχω δέος.
Δεν έχω τίποτ’ άλλο να μου πάρουν.
Πένης, γυμνός, και κατάμονος-
ιδού τα πλούτη μου
που κανείς δε μπορεί
να μου τα πάρει.
Δε θα χτυπήσω καμμιά πόρτα.
Δε θα υψώσω παράκληση καμμιά.
Δίχως ψωμί
δίχως δασάκι
δίχως χαλκά
παίρνω το δρόμο της δύσης
με βήματα πλατιά και σταθερά,
γυμνός και πλήρης,
άξιος να εγγίσω το Θεό.


ΕΝΑ υπόλευκο νέφος
αγρυπνισμένης σελήνης
διαλύεται αργά
στη γαλανότητα του όρθρου.
Τα τζάμια της παραλίας
-λιτανεία δακρυσμένων ματιών-
ξαναδίνουν
σε κάτωχρες αναπαραστάσεις
την άρρωστη δύση του φεγγαριού.
Ω, αυτές οι δύσεις
που αμφιβάλλουν το ίδιο
και για τη νύχτα
και για την ημέρα
κ’ αιωρούνται αστάθμητες.
Κάτω,
η τεφρή θάλασσα
υποψιάζεται την κυανή φρικίαση
που αργοπορεί
στους λεπτούς ώμους
των γλάρων.
Τα κατάρτια σκιώδη
ρυτιδώνουν τον ορίζοντα
ακίνητα
στην προετοιμασία της κίνησης.
Για νέο ταξίδι;
Για νέα επιστροφή;
Η ομίχλη επιβραδύνει
την επαλήθευση του ήλιου.
Η επανάληψη
ποτέ δεν είναι επανάληψη.
Το κέρδος
και η απώλεια
αφήνουν τα ίχνη τους
πάνω στο υπόλευκο φεγγάρι
που εξατμίζεται αργά
στην αυγή.
Από μακριά φτάνουν οι γλάροι,
χαιρετούν
τ’ αραγμένα πλοία,
κυκλώνουν
-ένα σύμπλεγμα κρίνων-
τις άγκυρες που σκούριασαν.
Αδελφή μου,
η ακτή σου απομακρύνεται.
Το ταξίδι της εξερεύνησης αρχίζει.
Ένα χαμόγελο φωτός διαγράφεται
στο μισάνοιχτο βλέφαρο
τ’ ουρανού και της θάλασσας.


ΑΔΕΛΦΗ μου
μια φωτεινή γραμμή
περιχαράζει
την κλεισμένη θύρα μας.
Η ανάρρωση πλημμυρίζει
με θαλάσσιους βόμβους
τον σταματημένο αέρα.
Μια χρυσόμυγα ενοχλεί
τα κλειστά τζάμια.
Η ήλιος εισρέει
στην αταξία του δωματίου
και το απαράδεχτο ρίγος του
μας εξουσιάζει.
Ποιο χέρι ευλογίας
σχεδίασε τη σκιά του
στους ψυχρούς τοίχους;
Ιδού το τρόπαιο της ζωής
πάνω από τις γονυκλισίες.
Ιδού η σημαία του έαρος
πάνω απ’ τους τύμβους.
Τα συσπασμένα σεντόνια
ορθώνονται
-ιστία σε καράβια.
Το κρεββάτι κινείται.
Αναπνοή.
Απορροφητική διαστολή.
Υπακούω στο κέλευσμα.
Ανοίγω τα χέρια και δέχομαι
το αναντίστατο.
Τα ωραία πρόσωπα
των γυναικών παρελαύνουν
-φωτεινή πομπή
πάνω στη σάρκα μου.
Μετέωρα τα εωθινά χελιδόνια
αποσύρουν τα χέρια της ομίχλης
απ’ το μέτωπο μου.
Δεν μπορώ πια να κλάψω.
Το Τραγούδι με υπέταξε.
Το Τραγούδι μου χάρισε τη νίκη.


ΗΛΙΟΣ, ήλιος.
Τα χιονισμένα τοπία
λειώνουν μέσα στα μάτια μου.
Το νευρώδες τραγούδι ανεβασμένο
στη σκαλωσιά τ’ ουρανού
χτίζει με μπράτσα γυμνά
το σπίτι μου.
Το φως κελαρύζει
στους μυς της φωνής μου.
Ακούω τους κρίκους
που πέφτουν και σπουν.
Ακούω τους λευκούς ιππείς
που περνούν απ’ έξω τραγουδώντας
πολεμικά εμβατήρια.
Πάνω απ’ την πρωινή θάλασσα
τα παράθυρα ανοίχτηκαν διάπλατα.
Το κατώφλι μου γελά
διεσταλμένο βλέφαρο.
Αδελφή μου,
δε μπορώ πια να μείνω.
Η απουσία μου θα σου φέρει
τ’ αθάνατο νερό.
Κ’ εγώ που δε δυνήθηκα
να σε σώσω απ’ τη ζωή,
θα σε σώσω απ’ το θάνατο.
Να οι δρόμοι
στιλπνοί και ξάστεροι μες στη λιακάδα.
Παραμέρισε, αδελφή μου,
τα δεμένα σου χέρια να περάσω.
Έχω κρεμάσει στο στήθος μου
το φυλαχτό που μούραψες
ένα βράδι ανοιξιάτικο –θυμάσαι;-
σαν είμαστε πολύ μικρά παιδιά.
Είναι κει μέσα λίγο κόκκινο χώμα
να θυμίζει τη στερνή καταγωγή μας,
ένα ροδόφυλλο ξερό
απ’ τον κήπο του σπιτιού μας
και λίγη σκόνη απ’ τον τοίχο
της τελευταίας, μεγάλης ξενητειάς
που ξύσαμε μια νύχτα με τα νύχια μας.
Αντίο, αδελφή μου.
Φίλησε μου τα σπουργίτια της αυλής μας
τ’ αθώα παιδιά
τις λυπημένες μητέρες
που κεντούν πλάι στη λάμπα
και τους νέους που χτίζουν
ανύποπτοι κι ανένδοτοι
την πολιτεία τους
στα σύνορα της ζωής και του θανάτου.


ΤΩΡΑ αποδίδομαι στο σύμπαν.
Η ξανθή φύση
μ’ ένα πλατύ ριπίδι
από κλώνους φοινίκων
αερίζει τα μέλη μου
κ’ εξατμίζει το δάκρυ μου.
Η αναρίθμητη γεύση
της προαιώνιας υγείας
τραγουδάει στον ουρανίσκο μου
και σφίγγει τα ούλα μου
σαν άγουρους καρπούς.
Κοιτάω τον ουρανό
ρίχνοντας φιλικά στο χώμα
μια φούχτα σπόρους.
Αδελφή μου,
πιο πέρα από σένα κι από μένα,
πιο πέρα απ’ το θαμπό μας βλέμμα,
πιο πέρα απ’ τη θαμπή γραμμής της γης,
εκεί στη ρίζα του παντός
άκου το κύμα της ορμής
που υπέροχο, ανεξέλεγκτο κι αξήγητο
μας έπλασε και μας εξουσιάζει.
Τι να πούμε;
Ανοίγω τις πύλες
Μ’ έντρομο θαυμασμό
μπροστά στη Δημιουργία
κι αλλάζω την οδύνη σ’ έκσταση
και την κραυγή σε προσευχή.
Τα φωτεινά μαλλιά των οριζόντων
μου σκουπίζουν
τα ματωμένα πόδια μου
κι ανηφορίζω ελαφρός και χαρούμενος
προς τα ύψη του χαμόγελου.
Ήλιε, ήλιε,
πατέρα, προστάτη μου,
δέξου με τώρα.
Κανένας κρίκος δε μου δένει
τα φτερά μου στη γη.
Το φως ακμάζει πιο ψηλά
κι απ’ την αγάπη σου, αδελφή μου,
κι απ’ την αγάπη μου.
Το ήρεμο πρόσωπο
της αιωνιότητας
θραύει τους τρικυμισμένους καθρέπτες
των λυγμών
κι όμως ακόμη ακούμε εντός μας
των λυγμών την τρικυμία.

Νυχτερινή συγκέντρωση

 

Νυχτερινή συγκέντρωση

της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Το σπίτι της μητέρας μου

Έχει βαθιές ρωγμές στους τοίχους

Πίσω απ’τα εικονίσματα

Και τα παλιά κάδρα

Τα μεσάνυχτα

Βγαίνει ο παππούς μου ο καρβουνιάρης

Και μοιράζει κάρβουνα στους αγίους

Έπειτα κατεβαίνουν μαζί στο σαλόνι

Κι ανάβουν μια μεγάλη φωτιά

Να ζεστάνουν λίγο τα κοκαλάκια τους

Το πρωί που σηκώνεται η μητέρα μου

Το σπίτι της είναι ακόμα ζεστό

To live in the borderlands

gloriastamp

by Gloria Anzaldúa

To live in the borderlands means you

are neither hispana india negra espanola

ni gabacha, eres mestiza, mulata, half-breed

caught in the crossfire between camps

while carrying all five races on your back

not knowing which side to turn to, run from;

To live in the Borderlands means knowing that the india in you, betrayed for 500 years,

is no longer speaking to you,

the mexicanas call you rajetas, that denying the Anglo inside you

is as bad as having denied the Indian or Black;

Cuando vives en la frontera

people walk through you, the wind steals your voice,

you’re a burra, buey, scapegoat,

forerunner of a new race,

half and half-both woman and man, neither-a new gender;

To live in the Borderlands means to

put chile in the borscht,

eat whole wheat tortillas,

speak Tex-Mex with a Brooklyn accent;

be stopped by la migra at the border checkpoints;

Living in the Borderlands means you fight hard to

resist the gold elixir beckoning from the bottle,

the pull of the gun barrel,

the rope crushing the hollow of your throat;

In the Borderlands

you are the battleground

where enemies are kin to each other;

you are at home, a stranger,

the border disputes have been settled

the volley of shots have scattered the truce

you are wounded, lost in action

dead, fighting back;

To live in the Borderlands means

the mill with the razor white teeth wants to shred off

your olive-red skin, crush out the kernel, your heart

pound you pinch you roll you out

smelling like white bread but dead;

To survive the Borderlands

you must live sin fronteras

be a crossroads.

Η λησμονιά

alain bosquet2

του Αλαίν Μποσκέ, μετάφραση Αγγελικής Ζαντέ

Ξεχνώ τον εαυτό μου. Ξεχνώ το σώμα μου.

Ξεχνώ τον σκελετό μου πως φαίνεται.

Ξεχνώ τον αιώνα και τη διακόσμηση,

τη γκρίζα μέρα και τις άσπρες νύχτες.

Ξεχνώ το δικαίωμα και την υποχρέωση,

το άτομο, τη δημοκρατία.

Ξεχνώ το δρόμο και το προάστιο,

την ενέδρα της μουσικής.

Ξεχνώ το ψωμί. Ξεχνώ την αγάπη.

Ξεχνώ την αδελφή μου, την  ευτυχισμένη γυναίκα,

και το μονοπάτι μες στο δάσος.

Ξεχνώ ότι η υπερηφάνεια μου με κατατρώει

κι η δίψα μου είναι μακριά

πριν από μια τρελή πηγή.

Ξεχνώ την πικρή μου αλήθεια

που υπακούει στον λόγο μου.

Ξεχνώ ότι δεν στάθηκα

στο ύψος των διλημμάτων μου.

Θυμάμαι ότι , μπροστά στα μάτια

και την μηδαμινότητα, αυτό το ποίημα,

αυτό το απόλυτο,

είναι κραυγή στο Θεό.


L’oublie

de Alain Bosquet

J’oublie ma peau. J’oublie mon corps.

J’oublie mon squelette qui penche.

J’oublie le siècle et le décor,

la journée grise et les nuits blanches.

J’oublie le droit et le devoir,

l’individu, la république.

J’oublie la rue et le faubourg,

les guet-apens de la musique.

J’oublie le pain. J’oublie l’amour.

J’oublie ma sœur, la femme heureuse,

et le chemin dans la forêt.

J’oublie que mon orgueil me creuse

et que ma soif est en arrêt

devant une fontaine folle.

J’oublie ma triste vérité,

qui obéit à ma parole.

J’oublie que je n’ai pas été

à la hauteur de mes dilemmes.

Je ne retiens, au fond des yeux

et du néant, que ce poème,

cet absolu,

ce cri vers Dieu.

Never to dream of spiders

Audre-Lorde

by Audre Lorde

Time collapses between the lips of strangers
my days collapse into a hollow tube 
soon implodes against now
like an iron wall
my eyes are blocked with rubble 
a smear of perspectives
blurring each horizon 
in the breathless precision of silence
One word is made.

Once the renegade flesh was gone
fall air lay against my face 
sharp and blue as a needle
but the rain fell through October
and death lay a condemnation
within my blood.

The smell of your neck in August
a fine gold wire bejeweling war
all the rest lies
illusive as a farmhouse
on the other side of a valley
vanishing in the afternoon.

Day three day four day ten
the seventh step
a veiled door leading to my golden
anniversary
flameproofed free-paper shredded
in the teeth of a pillaging dog
never to dream of spiders
and when they turned the hoses upon me
a burst of light.

Η κλεψύδρα του κόσμου

%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%ac%cf%83%ce%b1-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%b4%ce%ac%ce%ba%ce%b9

της Νατάσας Χατζηδάκι

 

Από τα καταφύγια.

Τις χαράδρες των εναγκαλισμών.

Των βλεμμάτων άνθη του κενού.

Άνεμος ευπατρίδης έρχεται

Και ιοβόλο νεύμα.

 

Την ιστορία αυτή την ξέρουν όλοι.

Κι εγώ μόλις την βλέπω τώρα

-αντίληψις ισοσθενής.

Έτσι καθώς το απάγκιασμα του υπαρκτού

-αλλοφανής αστέρας- την νανουρίζει.

Πίσω από τους ώμους της θέας.

Και του αλγοειδούς περισπασμού.

Μια άλλη, πρώτη προβάλλει.

 

Σιωπηλή. Επανατάκτις.

Με τα μάτια στραμμένα μακριά.

Μια ιστορία κοσύμβη.

Χωρίς καμιά αφήγηση να την καταργεί.

Άγνωστη εις τριπλούν.

Απρόσκοπτη από την γνώση.

Την παρέπαρση του ματιού.

Και την κατάχρηση εξουσίας του τοπίου.

Κύκλοι

circles

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

Δεν τόξερα τα κύματα πως δεν ταξίδεψαν ποτέ

φυλακισμένες ήτανε σε κύκλους σταγονίτσες

…………………………….

Θαρθεί ξανά μια μέρα που θάναι η τελευταία

θα κλείσει πια κι αυτός ο κύκλος

στη λήθη αδιάφορα θα κυλιστεί

ή θάβρει θέση ανάμεσα στα παραμύθια

που είναι η ζωή μου

κύκλοι χρυσοί ή από χαρτί από κάρβουνο ή γέλιο

δεν τόξερα σε κύκλους πως ακροβατώ

πως ξάφνου κλείνουν και κυλούν μακρυά

σαρώνοντας ασήκωτοι

ανθρώπους, όρκους, έρωτες

πως τόξα είναι οι μέρες μου που ψάχνουν

μονάχα νάβρουν ταιριαστό κενό

να συμπληρώνουν κύκλους

κι οι αναμνήσεις κι οι χαρές, πως μοιάζουν μπαλαρίνες

που στροβιλίζονται αφήνοντας τα χέρια

σκορπούν αδιάφορα ενώ εγώ τρέχω βιαστικά

δισχίζοντας το χρόνο

χάντρες πολύχρωμες γεμίζουνε το πάτωμα και σβήνουν

κι ανάμεσα

ξεχωριστά μετράω μαργαριτάρια

τα παραχώνω σε χαρτί, βαθιά μες στο συρτάρι

μη και χαθούν

μα σα βρεθούν

θυμώνει ο δερβίσης

γραπώνεται απ’ το μπράτσο μου

και συνεχίζω να γυρνάω

με μάτια βουρκωμένα

Αυτοβιογραφία

leivaditis-tasos

του Τάσου Λειβαδίτη

Άνθρωποι που δε γνώρισα ποτέ μού δώσαν το αίμα μου και
τ’ όνομά μου
στην ηλικία μου χιονίζει, χιονίζει αδιάκοπα
μια κίνηση πάντα σα να ’θελα να προφυλαχτώ από ’να χτύπημα
δίψασα για όλη τη ζωή, κι όμως την άφησα
για ν’ αρπαχτώ απ’ τα πελώρια αγκάθια της αιωνιότητας,
η σάρκα μου ένας επίδεσμος γύρω απ’ το αυριανό μου τίποτα
κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει στον πόνο μου
εκτός απ’ τον ίδιο μου τον πόνο – είμαι εδώ, ανάμεσά σας,
κι ολομόναχος,
κ’ η ποίηση σα μια μεγάλη αλήθεια που την ανακαλύπτεις
ύστερ’ από χρόνια,
όταν δεν μπορεί να σου χρησιμέψει πια σε τίποτα.

Επάγγελμά μου: το ακατόρθωτο.

 


 

Autobiography

By Tasos Leivaditis, translated by Angela Zante

People who I never met gave me  my blood and
my name
at my age it snows, it snows incessantly
a move always as if I’d like to guard against a hit
I was thirsty for the whole life, yet I left
to be ravished  by  the huge thorns of eternity,
my flesh a bandage around  my tomorrows nothing
no one can help me in my pain
apart from my own pain – I’m here among you,
and all alone,
and ms poetry like a great truth to discover
after years,
when she cannot serve you anymore to anything
My profession: the impossible.

 

 

September 1961

denise-levertov

by Denise Levertov

 

This is the year the old ones,
the old great ones
leave us alone on the road.

The road leads to the sea.
We have the words in our pockets,
obscure directions. The old ones

have taken away the light of their presence,
we see it moving away over a hill
off to one side.

They are not dying,
they are withdrawn
into a painful privacy

learning to live without words.
E. P. “It looks like dying”-Williams: “I can’t
describe to you what has been

happening to me”-
H. D. “unable to speak.”
The darkness

twists itself in the wind, the stars
are small, the horizon
ringed with confused urban light-haze.

They have told us
the road leads to the sea,
and given

the language into our hands.
We hear
our footsteps each time a truck

has dazzled past us and gone
leaving us new silence.
Ine can’t reach

the sea on this endless
road to the sea unless
one turns aside at the end, it seems,

follows
the owl that silently glides above it
aslant, back and forth,

and away into deep woods.

But for usthe road
unfurls itself, we count the
words in our pockets, we wonder

how it will be without them, we don’t
stop walking, we know
there is far to go, sometimes

we think the night wind carries
a smell of the sea…

 

Σεπτέμβρης του 1961

της Ντενίς Λεβερντώφ, μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς

 

Είναι η χρονιά που οι παλαιοί

οι σπουδαίοι παλαιοί

μας αφήνουν μονάχους στον δρόμο.

 

Ο δρόμος οδηγεί στη θάλασσα.

Στις τσέπες μας έχουμε τις λέξεις,

δυσνόητες οδηγίες. Οι παλαιοί

 

αποστέρησαν το φως της παρουσίας τους,

το βλέπουμε να χάνεται πάνω στη μια πλαγιά

του λόφου.

 

Αυτοί δεν πεθαίνουν,

απλώς αποσύρονται

σε μια οδυνηρή ερημιά

 

μαθαίνοντας να ζουν δίχως τις λέξεις.

Ο Ε. Π. «Μοιάζει με θάνατο» -ο Ουίλλιαμς: «Δεν μπορώ

να σας περιγράψω αυτό

 

που μου συμβαίνει»-

Η Χ. Ν. «Ανήμπορη να μιλήσω».

Το σκοτάδι

 

στροβιλίζεται στον άνεμο, τα αστέρια

είναι μικρά, ο ορίζοντας

κυκλωμένος απ’ τη θαμπή πάχνη της πόλης.

 

Μας είπαν

ο δρόμος οδηγεί στη θάλασσα,

και έδωσαν

 

τη γλώσσα στα χέρια μας.

Εμείς ακούμε

τα βήματά μας κάθε φορά που κάποιο φορτηγό

 

μας τυφλώνει περνώντας και χάνεται

αφήνοντάς μας σιωπή καινούργια.

Δεν μπορείς να φτάσεις

 

στη θάλασσα απ’ αυτόν τον ατέλειωτο

δρόμο προς τη θάλασσα εκτός κι αν

τελικά στρίψεις, πιθανόν,

 

και ακολουθήσεις

την κουκουβάγια που σιωπηλά από πάνω του αιωρείται

πλαγίως, εμπρός και πίσω

 

και μακριά σε βαθιά δάση.

 

Αλλά για μας ο δρόμος

ξεδιπλώνεται μονάχος, μετράμε τις

λέξεις μες στις τσέπες μας, αναρωτιόμαστε

 

πως θα ‘ναι δίχως αυτές, δεν

σταματάμε να περπατάμε, γνωρίζουμε

πως έχουμε ακόμα πολύ δρόμο, άλλοτε πάλι

 

νομίζουμε πως ο άνεμος της νύχτας φέρνει

μια μυρωδιά από θάλασσα…

Πρέπει να ’ναι ασυνήθιστο…

%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%d0%b0%d0%bd%d0%bd%d0%b0-%d0%b0%d1%85%d0%bc%d0%b0%d1%82%d0%be%d0%b2%d0%b0

της Άννας Αχμάτοβα, μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου

Καθόλου δε με συγκινεί ο στόμφος της ωδής
Και δε με γοητεύει η έξαρση της ελεγείας.
Κατά τη γνώμη μου το παν στους στίχους πρέπει να ’ναι ασυνήθιστο,
Σαν αρμονία της κακοφωνίας.

Θα εκπλαγείτε σα’ γνωρίσετε μες από ποια σκουπίδια
Οι στίχοι μεγαλώνουν δίχως συστολή.
Όπως ραδίκι κίτρινο κάτ’ απ’ το φράχτη,
Σαν κολλιτσίδα στρογγυλή που ενοχλεί.

Κραυγή οργής και δυνατή οσμή της πίσσας,
Μούχλα είτε ξερόφυλλο που πέφτει χάμου…
Και να ο στίχος αντηχεί και σφριγηλός, και στοργικός,
Για ευχαρίστηση δικιά σας και δικιά μου.

———————

Мне ни к чему одические рати…

Анна Ахматова

Мне ни к чему одические рати
И прелесть элегических затей.
По мне, в стихах всё быть должно некстати,
Не так, как у людей.

Когда б вы знали, из какого сора
Растут стихи, не ведая стыда,
Как желтый одуванчик у забора,
Как лопухи и лебеда.

Сердитый окрик, дегтя запах свежий
Таинственная плесень на стене…
И стих уже звучит, задорен, нежен,
На радость вам и мне.

 

Η “Kλεοπάτρα”, η “Σεμίραμις” κ’ η “Θεοδώρα”

Ο Δημήτρης Χόρν διαβάζει Αλέξανδρο Μπάρα Συνέχεια

Τίποτα δυο φορές

%ce%b2%ce%b9%cf%83%ce%bb%ce%ac%ce%b2%ce%b1-%cf%83%ce%b9%ce%bc%cf%80%cf%8c%cf%81%cf%83%ce%ba%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%89%ce%bd%ce%ae-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1

της Βισλάβα Σιμπόρσκα, μετάφραση του Άλκη Τσελέντη

Τίποτα δεν μπορεί ποτέ να συμβεί δύο φορές
Αποτέλεσμα, το θλιβερό γεγονός
ότι φτάνουμε εδώ απροετοίμαστοι
και φεύγουμε χωρίς τη δυνατότητα ν’ αποχτήσουμε πείρα.

Ακόμα κι αν δεν υπάρχει κανένας περισσότερο αδαής,
κι αν είσαι ο χειρότερος μαθητής του πλανήτη,
δεν μπορείς να επαναλάβεις την τάξη το καλοκαίρι:
αυτή η σειρά μαθημάτων προσφέρεται μόνο μια φορά.

Καμιά μέρα δεν αντιγράφει την προηγούμενη,
δυο νύχτες δεν θα διδάξουν τι είναι ευδαιμονία
με τον ίδιο τρόπο επακριβώς,
και ούτε ακριβώς με τα ίδια φιλιά.

Μια μέρα, ίσως κάποια επιπόλαια γλώσσα
αναφέρει τ’ όνομα σου τυχαία:
Έχω την αίσθηση σαν να εκσφεντονίστηκε ένα ρόδο
μέσα στο δωμάτιο, όλο χρώμα κι ευωδιά.

Την άλλη μέρα αν και είσαι εδώ μαζί μου,
δεν μπορώ ν’ αποφύγω να κοιτάζω το ρολόι του τοίχου:
Ένα ρόδο; ένα ρόδο; Τι μπορούσε να είναι εκείνο;
Ένα λουλούδι ή ένας βράχος;

Γιατί πρέπει να θεωρούμε τη μέρα που φεύγει
με τόσο πολύ άχρηστο φόβο και θλίψη;
Είναι μέσα στη φύση της να μη στέκεται:
Το σήμερα φεύγει πάντα στο αύριο.

Προτιμώ να ψάχνουμε με χαμόγελα και φιλιά
αρμονία κάτω από τ’ άστρα μας,
μόλο που είμαστε διαφορετικοί (είμαστε σύμφωνοι)
ακριβώς όπως είναι δυο σταγόνες νερού.

 

Και συ να λείπεις

του Γιάννη Ρίτσου,  αφιερωμένο στη μνήμη της Σωτηρίας Βασιλακοπούλου

Sotiria_Vasilakopoulou

 

Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις,
να ‘ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις,
να ‘ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα,
και συ να λείπεις,
οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι,
και συ να λείπεις,
Ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό,
πολλές σημαίες ν’ ανεμίζουν στα μπαλκόνια,
και συ να λείπεις,
Κι ύστερα ένα κλειδί να στρίβει
η κάμαρα να ‘ναι σκοτεινή,
δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο,
και συ να λείπεις,
Σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται,
και σένανε να σου λείπουν τα χέρια,
δυο κορμιά να παίρνονται,
και συ να κοιμάσαι κάτου απ’ το χώμα,
και τα κουμπιά του σακακιού σου ν’ αντέχουν πιότερο από σένα
κάτου απ’ το χώμα,
κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου να μη λιώνει.
Όταν η καρδιά σου,
που τόσο αγάπησε τον κόσμο,
θα ‘χει λιώσει.
Να λείπεις- δεν είναι τίποτα να λείπεις.
Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,
θα ‘σαι για πάντα μέσα σ’ όλα εκείνα που γι’ αυτά έχεις λείψει,
θα ‘σαι για πάντα μέσα σ’ όλο τον κόσμο…

Πενθεσίλεια

του Κ.Α. Τρυπάνη

Πενθεσίλεια και Αχιλλέας

Πενθεσίλεια και Αχιλλέας

Πρόσεξε, ξανακοίταξε,

σαν πολεμάς,

προτού χτυπήσεις,

γιατί μπορεί όταν σηκώσεις

του αντίπαλου νεκρού το κράνος

να δεις πως σκότωσες την Πενθεσίλεια.

 

Και τότε θα σταθείς διπλός φονιάς,

της αμαζόνας και της ομορφιάς.

Γιατί πανώρια, ξαναμμένη από τη μάχη,

θα κείτεται νεκρή μπροστά σου,

η βασίλισσα των Αμαζόνων

και θα την ερωτευτείς,

θα κλάψεις στην ταφή της.

 

Πρόσεξε, ξανακοίταξε,

σαν πολεμάς,

προτού χτυπήσεις.

Η Κάδμω

της Μέλπως Αξιώτη, απόσπασμα

 

Μέλπω Αξιώτη

 

Πόσες, αλήθεια, λέξεις

που σου πήγαν χαμένες…

Περιττές.

Αμεταχείριστες.

Ποὺ να τις πεις;

Ποιός να τις θέλει,

ποιός να τις ξέρει;

Ήταν ποτέ δυνατόν

να γνώριζε κανένας εκεί,

στα πλάτη του βορά,

να γνωρίζει τη σαυράδα,

την άφτρα του λύχνου,

τη λιάστρα του σύκου,

το χύμα της πορτοκαλιάς…

Ψαλμός

της Βισλάβα Σιμπόρσκα, μετάφραση Βασίλη Καραβίτη

Βισλάβα Σιμπόρσκα

Ω, πόσο διάτρητα είναι τα σύνορα στις πολιτείες

που έστησαν οι άνθρωποι!

Πόσο αμέτρητα τα σύννεφα που επιπλέουν

ατιμώρητα πάνω τους!

Πόσο αμέτρητη η άμμος των ερήμων που μετακινείται

από χώρα σε χώρα!

Πόσο αμέτρητα τα βουνίσια βότσαλα που κατρακυλούν

στις ξένες επικράτειες

με προκλητικά πηδηματάκια!

                                    

Χρειάζεται εδώ να απαριθμήσω κάθε πουλί, ένα ένα,

πως πετάει πάνω απ’ τη μεθόριο

ή πως προσγειώνεται μόλις τώρα πάνω

στο χαμηλό οδόφραγμα της;

Αν πρόκειται μόνο για ένα σπουργίτι- η ουρά του

βρίσκεται τώρα στα ξένα

αν και το ράμφος του είναι ακόμα στην πατρίδα,

κι επιπλέον –σαν να μην έφτανε αυτό- δεν σταματάει

να πηγαινοέρχεται σα νευρόσπαστο.

                                    

Απ’ τα’ αναρίθμητα έντομα θα ξεχωρίσω

μόνο το μυρμήγκι,

που ανάμεσα στην αριστερή και τη δεξιά

αρβύλα του συνοριακού φρουρού

στο ερώτημα «που πηγαίνει» και «πουθ’ έρχεται»

δεν φορτώνεται καμιά απόκριση.

                                     

Ω, τι θέαμα να βλέπεις αυτό το χάος

πάνω σε κάθε ήπειρο με μια ματιά

και σ’ όλες τις λεπτομέρειες

γιατί, δεν είναι το λιγούστρο στην αντίπερα όχθη

που περνάει λαθραία το πολλοστό του φύλλο

σ’ όλο το πλάτος του ποταμού;

Γιατί ποιος, αν όχι η σουπιά με τα θρασύτατα

μακριά πλοκάμια της,

παραβιάζει την καθαγιασμένη σφαίρα

των χωρικών υδάτων;

                                             

Γενικά μπορούμε να μιλάμε για κάποιο

είδος τάξης

όταν ακόμα και τ΄ αστέρια δεν γίνεται

να τα ορίσουμε σωστά

έτσι ώστε να ξέρουμε για το καθένα ποιο απ’ όλα

ακτινοβολεί και για ποιον;

                                           

Κι ας μην μιλήσομε για την αξιόμεμπτη εξάπλωση

της ομίχλης!

Και τις μάζες της σκόνης πάνω σ’ όλες τις στέπες

σα να μην είχαν διόλου διαμοιραστεί.

Και τους αντίλαλους στ απρόθυμα κύματα του αέρα,

από φωνές, επικλητικά τσιρίγματα

και υπαινικτικά γουργουρητά.

                                          

Μόνο ό,τι είναι ανθρώπινο μπορεί πραγματικά

να είναι ξένο.

Τα υπόλοιπα είναι όλα πυκνοπλεγμένα δάση,

λαγούμια από τυφλοπόντικες και άνεμος.

Συμφωνίες

της Γιάννας Βέρα

συμφωνίες

Τα βιαστικά χτυπήματα των ρολογιών

μή σού θυμίζουν όσα φέρνουν,

μή σού θυμίζουν όσα παίρνουν.

Με νευρικές κινήσεις των χεριών

τ΄αφτιά μην κλείνεις

και μην παιδεύεσαι τού κάκου.

 

Σε μιά γωνιά του δωματίου τού σκοτεινού

το φάντασμα λησμόνει της οδύνης

κι άκου

τα βιαστικά χτυπήματα των ρολογιών.

 

Μα να τ΄ακούς αδιάφορα, ώρες πολλές,

μα να τ΄ακούς αδιάκοπα, κι όλο να λές

πως δεν μπορεί παρά να υπάρχει μέσα εκεί

μια μουσική,

και να ζητάς να τηνε ξεδιαλύνεις.

Φάνηκε και από άλλα ποιήματα

της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

rouk_aegina_art

Ποτέ μου δεν κατάλαβα την άνοιξη

– φάνηκε και από άλλα ποιήματα –

γι’ αυτό κι όλες οι παρεξηγήσεις με τη σάρκα

την ελπίδα, την αυτογνωσία μέσα στο χρόνο.

Ποτέ μου δεν κατάφερα να ισορροπήσω

το ετήσιο θαύμα

με την αιώνια σιωπή

την αλήθεια τού ανανεούμενου άνθους

με τον έναν και μόνο θάνατο.

Μελέτησα πάλι σήμερα το καινούργιο πράσινο

και πώς ο παγωμένος αέρας έκπληκτος

μπρος στις διαχύσεις της φύσης

κάνει ένα βήμα πίσω.

Το φως ακκίζεται σε μισοκρυμμένες κορφές

κι εγώ βρέθηκα πάλι

εκτός θέματος.

Το θέμα είναι ένα:

Το προσωπικό σώμα

κι ο απρόσωπος χαμός του.

Η Μορφή

της Ζωής Καρέλη απόσπασμα από τα “Παραμύθια του κήπου”

elpida

Ελπίδα παράξενη και παράλογη!

Ξυπνείστε τους ανθρώπους

να κυνηγήσουν τα όνειρα πριν να χαθούν,

αερικά στο μαγεμένο δάσος.

Ξυπνείστε τους ανθρώπους να κυνηγήσουν,

να βάλουν τα όνειρα

σε σιδερόφραχτα κλουβιά,

πιά να μην τους παιδεύουν.

Maya

par Catherine Pozzi

catherine pozzi

Je descends les degrés de siècles et de sable
Qui retournent à vous l’instant désespéré
Terre des temples d’or, j’entre dans votre fable
Atlantique adoré.

D’un corps qui ne m’est plus que fuie enfin la flamme
L’Âme est un nom chéri détesté du destin —
Que s’arrête le temps, que s’affaisse la trame,
Je revins sur mes pas vers l’abîme enfantin.

Les oiseaux sur le vent dans l’ouest marin s’engagent,
Il faut voler, bonheur, à l’ancien été
Tout endormi profond où cesse le rivage
Rochers, le chant, le roi, l’arbre longtemps bercé,
Astres longtemps liés à mon premier visage,

Singulier soleil de calme couronné.