Ἀρχεῖα

Νυχτερινή συγκέντρωση

 

Νυχτερινή συγκέντρωση

της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Το σπίτι της μητέρας μου

Έχει βαθιές ρωγμές στους τοίχους

Πίσω απ’τα εικονίσματα

Και τα παλιά κάδρα

Τα μεσάνυχτα

Βγαίνει ο παππούς μου ο καρβουνιάρης

Και μοιράζει κάρβουνα στους αγίους

Έπειτα κατεβαίνουν μαζί στο σαλόνι

Κι ανάβουν μια μεγάλη φωτιά

Να ζεστάνουν λίγο τα κοκαλάκια τους

Το πρωί που σηκώνεται η μητέρα μου

Το σπίτι της είναι ακόμα ζεστό

Advertisements

To live in the borderlands

gloriastamp

by Gloria Anzaldúa

To live in the borderlands means you

are neither hispana india negra espanola

ni gabacha, eres mestiza, mulata, half-breed

caught in the crossfire between camps

while carrying all five races on your back

not knowing which side to turn to, run from;

To live in the Borderlands means knowing that the india in you, betrayed for 500 years,

is no longer speaking to you,

the mexicanas call you rajetas, that denying the Anglo inside you

is as bad as having denied the Indian or Black;

Cuando vives en la frontera

people walk through you, the wind steals your voice,

you’re a burra, buey, scapegoat,

forerunner of a new race,

half and half-both woman and man, neither-a new gender;

To live in the Borderlands means to

put chile in the borscht,

eat whole wheat tortillas,

speak Tex-Mex with a Brooklyn accent;

be stopped by la migra at the border checkpoints;

Living in the Borderlands means you fight hard to

resist the gold elixir beckoning from the bottle,

the pull of the gun barrel,

the rope crushing the hollow of your throat;

In the Borderlands

you are the battleground

where enemies are kin to each other;

you are at home, a stranger,

the border disputes have been settled

the volley of shots have scattered the truce

you are wounded, lost in action

dead, fighting back;

To live in the Borderlands means

the mill with the razor white teeth wants to shred off

your olive-red skin, crush out the kernel, your heart

pound you pinch you roll you out

smelling like white bread but dead;

To survive the Borderlands

you must live sin fronteras

be a crossroads.

Η λησμονιά

alain bosquet2

του Αλαίν Μποσκέ, μετάφραση Αγγελικής Ζαντέ

Ξεχνώ τον εαυτό μου. Ξεχνώ το σώμα μου.

Ξεχνώ τον σκελετό μου πως φαίνεται.

Ξεχνώ τον αιώνα και τη διακόσμηση,

τη γκρίζα μέρα και τις άσπρες νύχτες.

Ξεχνώ το δικαίωμα και την υποχρέωση,

το άτομο, τη δημοκρατία.

Ξεχνώ το δρόμο και το προάστιο,

την ενέδρα της μουσικής.

Ξεχνώ το ψωμί. Ξεχνώ την αγάπη.

Ξεχνώ την αδελφή μου, την  ευτυχισμένη γυναίκα,

και το μονοπάτι μες στο δάσος.

Ξεχνώ ότι η υπερηφάνεια μου με κατατρώει

κι η δίψα μου είναι μακριά

πριν από μια τρελή πηγή.

Ξεχνώ την πικρή μου αλήθεια

που υπακούει στον λόγο μου.

Ξεχνώ ότι δεν στάθηκα

στο ύψος των διλημμάτων μου.

Θυμάμαι ότι , μπροστά στα μάτια

και την μηδαμινότητα, αυτό το ποίημα,

αυτό το απόλυτο,

είναι κραυγή στο Θεό.


L’oublie

de Alain Bosquet

J’oublie ma peau. J’oublie mon corps.

J’oublie mon squelette qui penche.

J’oublie le siècle et le décor,

la journée grise et les nuits blanches.

J’oublie le droit et le devoir,

l’individu, la république.

J’oublie la rue et le faubourg,

les guet-apens de la musique.

J’oublie le pain. J’oublie l’amour.

J’oublie ma sœur, la femme heureuse,

et le chemin dans la forêt.

J’oublie que mon orgueil me creuse

et que ma soif est en arrêt

devant une fontaine folle.

J’oublie ma triste vérité,

qui obéit à ma parole.

J’oublie que je n’ai pas été

à la hauteur de mes dilemmes.

Je ne retiens, au fond des yeux

et du néant, que ce poème,

cet absolu,

ce cri vers Dieu.

Never to dream of spiders

Audre-Lorde

by Audre Lorde

Time collapses between the lips of strangers
my days collapse into a hollow tube 
soon implodes against now
like an iron wall
my eyes are blocked with rubble 
a smear of perspectives
blurring each horizon 
in the breathless precision of silence
One word is made.

Once the renegade flesh was gone
fall air lay against my face 
sharp and blue as a needle
but the rain fell through October
and death lay a condemnation
within my blood.

The smell of your neck in August
a fine gold wire bejeweling war
all the rest lies
illusive as a farmhouse
on the other side of a valley
vanishing in the afternoon.

Day three day four day ten
the seventh step
a veiled door leading to my golden
anniversary
flameproofed free-paper shredded
in the teeth of a pillaging dog
never to dream of spiders
and when they turned the hoses upon me
a burst of light.

Η κλεψύδρα του κόσμου

%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%ac%cf%83%ce%b1-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%b4%ce%ac%ce%ba%ce%b9

της Νατάσας Χατζηδάκι

 

Από τα καταφύγια.

Τις χαράδρες των εναγκαλισμών.

Των βλεμμάτων άνθη του κενού.

Άνεμος ευπατρίδης έρχεται

Και ιοβόλο νεύμα.

 

Την ιστορία αυτή την ξέρουν όλοι.

Κι εγώ μόλις την βλέπω τώρα

-αντίληψις ισοσθενής.

Έτσι καθώς το απάγκιασμα του υπαρκτού

-αλλοφανής αστέρας- την νανουρίζει.

Πίσω από τους ώμους της θέας.

Και του αλγοειδούς περισπασμού.

Μια άλλη, πρώτη προβάλλει.

 

Σιωπηλή. Επανατάκτις.

Με τα μάτια στραμμένα μακριά.

Μια ιστορία κοσύμβη.

Χωρίς καμιά αφήγηση να την καταργεί.

Άγνωστη εις τριπλούν.

Απρόσκοπτη από την γνώση.

Την παρέπαρση του ματιού.

Και την κατάχρηση εξουσίας του τοπίου.

Κύκλοι

circles

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

Δεν τόξερα τα κύματα πως δεν ταξίδεψαν ποτέ

φυλακισμένες ήτανε σε κύκλους σταγονίτσες

…………………………….

Θαρθεί ξανά μια μέρα που θάναι η τελευταία

θα κλείσει πια κι αυτός ο κύκλος

στη λήθη αδιάφορα θα κυλιστεί

ή θάβρει θέση ανάμεσα στα παραμύθια

που είναι η ζωή μου

κύκλοι χρυσοί ή από χαρτί από κάρβουνο ή γέλιο

δεν τόξερα σε κύκλους πως ακροβατώ

πως ξάφνου κλείνουν και κυλούν μακρυά

σαρώνοντας ασήκωτοι

ανθρώπους, όρκους, έρωτες

πως τόξα είναι οι μέρες μου που ψάχνουν

μονάχα νάβρουν ταιριαστό κενό

να συμπληρώνουν κύκλους

κι οι αναμνήσεις κι οι χαρές, πως μοιάζουν μπαλαρίνες

που στροβιλίζονται αφήνοντας τα χέρια

σκορπούν αδιάφορα ενώ εγώ τρέχω βιαστικά

δισχίζοντας το χρόνο

χάντρες πολύχρωμες γεμίζουνε το πάτωμα και σβήνουν

κι ανάμεσα

ξεχωριστά μετράω μαργαριτάρια

τα παραχώνω σε χαρτί, βαθιά μες στο συρτάρι

μη και χαθούν

μα σα βρεθούν

θυμώνει ο δερβίσης

γραπώνεται απ’ το μπράτσο μου

και συνεχίζω να γυρνάω

με μάτια βουρκωμένα

Αυτοβιογραφία

leivaditis-tasos

του Τάσου Λειβαδίτη

Άνθρωποι που δε γνώρισα ποτέ μού δώσαν το αίμα μου και
τ’ όνομά μου
στην ηλικία μου χιονίζει, χιονίζει αδιάκοπα
μια κίνηση πάντα σα να ’θελα να προφυλαχτώ από ’να χτύπημα
δίψασα για όλη τη ζωή, κι όμως την άφησα
για ν’ αρπαχτώ απ’ τα πελώρια αγκάθια της αιωνιότητας,
η σάρκα μου ένας επίδεσμος γύρω απ’ το αυριανό μου τίποτα
κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει στον πόνο μου
εκτός απ’ τον ίδιο μου τον πόνο – είμαι εδώ, ανάμεσά σας,
κι ολομόναχος,
κ’ η ποίηση σα μια μεγάλη αλήθεια που την ανακαλύπτεις
ύστερ’ από χρόνια,
όταν δεν μπορεί να σου χρησιμέψει πια σε τίποτα.

Επάγγελμά μου: το ακατόρθωτο.

 


 

Autobiography

By Tasos Leivaditis, translated by Angela Zante

People who I never met gave me  my blood and
my name
at my age it snows, it snows incessantly
a move always as if I’d like to guard against a hit
I was thirsty for the whole life, yet I left
to be ravished  by  the huge thorns of eternity,
my flesh a bandage around  my tomorrows nothing
no one can help me in my pain
apart from my own pain – I’m here among you,
and all alone,
and ms poetry like a great truth to discover
after years,
when she cannot serve you anymore to anything
My profession: the impossible.