Ἀρχεῖα

Εάλω η πόλις

Εάλω η πόλις

της Έλενας Χουζούρη,

από την ποιητική της συλλογή ¨Οι τρυφεροί άντρες¨

__

Η πόλη στέγνωσε αλλά και υγρή και είπες θα φύγω αλ-

λά κατακλυσμός και πέτρες και χωρίς χέρια η πόλη με

λαβωματιά μεγάλη ίσαμε το στόμα μου ψηλά να βγάλω

κραυγή να εισακουστεί και εισακουστεί από ομοιόβαθμους

και ομόγενους και ομήλικες όπως τότε και πάντα αλλά

δεν με πιστεύει στεγνή και στέρφα κι άκληρη και με φω-

νές της νύχτας φωνές μυστικές, υπόκωφες, φωνές αντα-

ριασμένες˙ «άνοιξε το παράθυρο, η πόλη έφυγε».

Αποφώνηση – Χαϊκού της σκακιέρας

Τρίστιχα σε Ιαπωνική φόρμα με μέτρο 5-7-5

Έλλη Δέδε

της Έλλης Δέδε

_

Ας το ξεχνάμε

σε πεσσών παρηγοριά:

Πιόνια είμαστε!

_

Ίππος φτερωτός

γοργά πολύ διαβαίνει

σαν τη ζωή μας…

_

Τούτος ο τρελός

μονοχρωμίας ταγός

σαν τον έρωτα…

_

Από Βασιλιά

ποιά «Κλασική Θυσία»

γνώρισε λαός;

_

Πιόνι ταπεινό…

Ένδοξη Βασίλισσα

επωάζεται…

_

Πιόνια πουθενά:

Του Βασιλιά ο θρόνος

σαθρός και πέφτει.

_

-Η Βασίλισσα!

Μα πάνω στη Θυσία

«Γυναίκα» βλέπω…

_

Πύργος σταθερός,

πολιορκητών πόθος,

κισσούς νοσταλγεί…

_

Πιονιών λυτρωμός…

Ηγεμόνων ο τρόμος:

Του Νου η ισχύς!

_

Άσπρο ή μαύρο!

Κοίτα να μην πλανηθείς

από το Γκρίζο…

_

Στη νίκη μόνος:

«Ναρκίσσου καταδίκη»…

Δώσε το χέρι!

Στρατιωτάκια ακούνητα

στρατιωτάκια ακούνητα

Δες τι κινείται.

Τίποτα.

Οι εικόνες στατικές.

Με παγωμένο αίμα

δέχονται τη θωπεία

του χρόνου.

Δες τις ανάσες πώς λαμπιρίζουν

καθώς αιωρούνται πάνω από τα κεφάλια.

Κραυγάζει

η απόσταση ανάμεσα στα κορμιά.

Μόνο τα βλέμματα,

συντεταγμένες που υμνούν ναυάγια.

Στρατιωτάκια ακούνητα.

Μέρα ή νύχτα;

Φυγή

φυγη

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

Με ξέπλεκα μαλλιά

και τα κορδόνια σου λυτά

έτρεξες πάλι στο λιμάνι

ξανά γελάστηκες

κανένα πλοίο για σένα σήμερα

αύριο ίσως

ή ποτέ

Έρημη Πόλη

σοφι κολοτούρου

της Σοφίας Κολοτούρου

Έρημη πόλη, δίχως ανθρώπους –
κανένας για να μοιραστείς τη μοναξιά.
Πήγα και γύρισα σε άλλους τόπους,
μα ήταν ολ’ απόκοσμα και μακρινά.

Μόν’ ο αγέρας, που άγρια σφυρίζει
κι ένα φεγγάρι, που πάντα παίζει κρυφτό.
Μια τιμωρία τώρα μόλις αρχίζει:
είναι γραμμένο να μένω εδώ.

 

Για την Σαπφώ

για την σαπφω

της Αγγελικής Ζαντέ

Για την Σαπφώ θα γράψω

μην τύχει και ξεθάψω

σβησμένα κείμενα

λέξεις μουσικές και μετρημένες

μ’απόλυτη σοφία ζυγισμένες

 

Για την Σαπφώ θα γράψω

μην τύχει και ξεθάψω

αλλοιωμένους πάπυρους

ιαχές από κόρες σοφές

όλο γέλια κι όμως λυπημένες

 

Είν’ η Σαπφώ τώρα εδώ;

Οι κόρες οι σπουδαίες;

Κέλομαι σας

στο φως του ήλιου να σταθείτε

και την σοφία ελεύθερα πλέον να γευτείτε

 

 

 

 

 

Ύστερα

υστερα

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

Ύστερα σώπασαν τα γέλια

νότες κρυστάλλινες που μας γυρόφερναν, που μας τραβούσαν τα μαλλιά

κι ένα αεράκι φύσηξε τα χάρτινα ποτήρια

είχε ψυχρούλα τό’ νοιωσα

τα ολόδροσά τους κρύβανε τα πέταλα αργά οι μαργαρίτες

μη δείξουν βιαστικά πως φεύγαν πρώτες

 

Ύστερα πάψανε οι μουσικές

μια σκιά σκοτείνιασε τα πράσινα των φύλλων

μπήκαμε μέσα , πιο ζεστά, κι ανάψαμε τα φώτα

αυτόφωτοι καθώς ποτέ δε γίνηκε να ζούμε

τα σύννεφα βαφτήκαν γκρι, φορτώθηκαν σταγόνες

σαν ψέματα πως λίγο πριν τα γέλια μας τρομάζαν τα τζιτζίκια

 

Ύστερα τάχαμε όλα πει, και κάπως κουρασμένοι

ζαρώσαμε σε μια γωνιά, τα δέντρα θυμωμένα

χορεύαν τώρα στην αυλή

κι ο αέρας σκόρπιζε μπάσες κραυγές

απρόσκλητος έξω απ’ τις  πόρτες άρχοντας

βροντούσε να περάσει

 

Ύστερα γύρισα κι είχες χαθεί

και σ’ είχα τόσο ανάγκη

κάποιος χαμήλωσε το φως

άδεια μπουκάλια, άδειες καρδιές

μονάχα τα παράθυρα σε μια αντανάκλαση θυμούνται τη χαρά

τη ζήσαμε, ήταν όνειρο;

ήσουν στο πλάι μου άνοιξη;

ρωτάω μα μου απαντάει ο βοριάς

 

Ύστερα φύγανε οι μικροί

Ύστερα φύγαν όλοι

Μα δε θυμάμαι τι έγινε πριν

για δε μιλάς;

μου λείπεις

ο αέρας τρύπωσε με γρατζουνάει ειρωνικά

μου λείπεις

μα δε θυμάμαι αν σε συνάντησα ποτέ πραγματικά…

Δεν είναι δάκρυ

Αγιόκλημα

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

Ο ήλιος καίει στον ουρανό το δικό μας

πως να κρυφτείς σε τόσο φως

πού νάβρεις σκοτεινή γωνιά για ν’ακουμπήσεις τον πόνο σου

όλα γελάνε σε τούτη τη φύση

σε παρασέρνουν

τα σύννεφα, το πέλαγος, οι αρχαίοι θεοί

λάμπουν αυθάδικα

και σε καλούν σε λάγνους τόπους

ξυπνάς και μια δροσοσταλίδα κυλάει ανάλαφρα

σαν την υδρόγειο

δάκρυ ζεστό την πήρε το κατόπι

“δεν είμαι δάκρυ, είμαι η υδρόγειος

μού’κλεψες τ’όνειρο το χτεσινό

κι εκεί που τόβρεχα ήρθε και άνθισε

κι εγώ μεγάλωσα όπως τ’αγιόκλιμα

αντί να κλαίω μοσχοβολώ”

 

Tόσο κοντά και τόσο μακριά

black dream

της Έφης Καραλέξη

 

Στην άκρη της λέξης,

στο τελευταίο σύμφωνο

ή

στο τελευταίο φωνήεν

παραμονεύει η έκπληξη

 

Κραυγή σε πράσινο

%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%85%ce%b3%e1%bc%a0

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

Μια λάμπα σκόρπιζε φωτιές αλλόκοτες

πράσινα δάχτυλα σου σφίγγαν το λαιμό

η ομίχλη βάραινε

κοιτούσες αόριστα τους κώδικες που φτιάχνει η απουσία

τους χτύπους μιας μυστήριας γιορτής αφουγκραζόσουν

όλα τα χρώματα θαρρείς βουτήχτηκαν

σκουρύναν μαύρισαν

να ΄ναι η καρδιά σου αυτά τα τύμπανα;

νά ΄ναι τραγούδι οι κραυγές που κρύβεις κάτω απ’ το πόδι σου το νευρικό;

ο τοίχος άλλαξε, οι σκιές ασήκωτες

εσύ, μ’ ένα χαμόγελο ειρωνικό

αδέξια πάσχιζες να ντύσεις το θυμό σου

κρυμμένος στην πράσινη άλω δείχνεις σκληρός, φαίνεσαι ανίκητος

μα νικημένο μου

μέσα στα χρώματα και τους καπνούς

σπουργίτι αλήτη κάπου θα σού ‘πεσαν τα νύχια τα γαμψά

κάπου θα ξέχασες τ’ αετίσιο βλέμμα σου κι εκείνα τα παράταιρα φτερά

γιατί σε βλέπω κι ακούω το θρήνο σου

γιατί η απόσταση έγινε τοίχος από φωτιά

μα τα σπουργίτια είναι καλύτερα στις αποδράσεις

απ’ τις σχισμές πού ΄χεις για μάτια μπορείς να φεύγεις και να γυρνάς

σπουργίτι ελεύθερο η πανοπλία ήταν το βάρος

που σε κρατούσε μες στους καπνούς…

Θάνατος

%ce%b8%ce%ac%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82

της Αγγελικής Ζαντέ

Σήμερα,

δεν υπάρχει Σήμερα.

Αύριο,

δεν υπάρχει Αύριο.

Για το μεθαύριο

θα δω…

Προσφυγιά

του Νέστορα Ε. Φωκίδα  (ψευδώνυμο)

a-poor-girl-painting-by-gagandeep-kaur-crop

painting by Gagandeep Kaur

 

Δεν αφορώ μονάχα

της Ελλάδος τα παιδιά

Θα ξεσπώ σχεδόν παντού

Όπου υπάρχει φωτιά

Αφουγκράζομαι, θωρώ

Σπέρνω κλάμα και κακό

Πιστεύω στον πόλεμο,

απ΄αυτό ζω

Δυστυχισμένη είμαι

Συνεχίζω και πονώ

Ξάστερο τον ουρανό

δεν μπορώ να τον κρατώ

Υπήρξα και θα υπάρχω

Πάντα θα είμαι εδώ

Πόνο και δυστυχία

Μιά ζωή θα κοιτώ

Τώρα στη Μεσόγειο

-τότε στον Ινδικό-, ζω

Αγωνίζομαι να βρω

Κάτι το διαφορετικό

Δεν υπάρχει, το ψάχνω

Πάει λέω, θα τρελαθώ

Μια αιωνιότητα

Δεν φτάνει για να το βρω

Ένα πρόβλημα θα ‘μαι

Που δεν έχει μια λύση

Γεννήθηκα στον γκρεμό

Απ΄την άτιμη τη φύση

Ο καφές

%ce%ba%ce%b1%cf%86%ce%ad%cf%82

της Αγγελικής Ζαντέ

Πίνω!

τον πικρό καφέ του

παραλόγου

και

προσκαλώ τις

Μούσες

να φέρουν πίσω την

Αλήθεια και τα

Χρώματα

 

Η Ζωή είπε…

 

%ce%b1%cf%80%cf%8c-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%ae%cf%84%cf%81%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%8a%cf%89%ce%ac

Σχόλιο της Άγνωστης Ζωής (Αναζητείται η Ποιήτρια)

 

Αναζητείται ποίημα αδιάτρητο στις

δολοπλοκίες των προθέσεων

με εθελόντριες λέξεις για το στρατό της άρνησης.

Ζητείται ποίημα-ασπίδα στα

διστακτικά “αν” και στα συμβιβασμένα “ναι”.

Ποίημα -επίγονος ανάστροφης εικόνας.

Αντίδοτο στις πλαστοπροσωπίες των

λέξεων που αναζητούν κομμάτια από τη ζωή μας.

Αναζητείται ποίημα πολυσήμαντο,

αφετηρία των αισθημάτων,

τριγωνική ασπίδα.

Καταζητείται ποίημα…

Είναι επικίνδυνο, πρέπει να

θανατωθεί πριν ξυπνήσει την ζωή από τη λήθη της.

 

Διαδρομή

%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ae

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

Γέμισε όνειρα ο συρμός

στην πνιγηρή ατμόσφαιρα στριμώχνονται

ανάμεσα στα πόδια των ανθρώπων

φύλλα χρυσά και κόκκινα, ξερά του φθινοπώρου

της νύχτας πίκρες ή της μέρας ενοχές

του αύριο νότες που δεν παίχτηκαν ακόμη

καρφίτσες σ’ ένα χάρτη μυστικό

πούχες διπλώσει κι άφησες επίτηδες να πέσει…

Ανάμεσα σε τόση αδιάφορη υποταγή

ακόμα δείχνουν όμορφα

τα όνειρα τα ποδοπατημένα

 

Σε βλέπω με το βιβλίο στα γόνατα

ξέρω, δε θες ν’ αργήσεις στη δουλειά

μιας ξένης ζωής ανακατεύεις τα χρώματα

κι αδιόρατα με μυστικές κλωστές τη δένεις στη δική σου

αχ νάβλεπες πόσο φοβάται η ψυχή σου τούτη τη μουσική

τούτη τη θλιβερή συνάθροιση των σκυθρωπών

γιατι το ξέρει πως φτάνοντας

καθώς θα τρέχεις για να προλάβεις τις κυλιόμενες

θα το ξεχάσεις

θα μείνει ν’ αργοσέρνεται τ’ όνειρο, ν’ αργοπεθαίνει

στις φλέβες που τρέχουνε κάτω απ’ την πόλη

και θα θυμάσαι που τό τρεφες σα νάτανε παιδί

 

Πάλι κοιτάζω την εικόνα μου στο τζάμι

ψάχνω να βρω κάτι που ξέχασα μα πάει καιρός

κοιτάω συχνά κάθε που μπαίνω κι ασφυκτιώ

μα είναι τόσα πολλά κι ανάκατα

που βγαίνω πάντα με τ’ όνειρο κάποιου άλλου…

Chimes Of Freedom

by Bob Dylan

Bob Dylan.jpg

Far between sundown’s finish an’ midnight’s broken toll
We ducked inside the doorway, thunder crashing
As majestic bells of bolts struck shadows in the sounds
Seeming to be the chimes of freedom flashing
Flashing for the warriors whose strength is not to fight
Flashing for the refugees on the unarmed road of flight
An’ for each an’ ev’ry underdog soldier in the night
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

Through the city’s melted furnace, unexpectedly we watched
With faces hidden as the walls were tightening
As the echo of the wedding bells before the blowin’ rain
Dissolved into the bells of the lightning
Tolling for the rebel, tolling for the rake
Tolling for the luckless, the abandoned an’ forsakened
Tolling for the outcast, burnin’ constantly at stake
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

Through the mad mystic hammering of the wild ripping hail
The sky cracked its poems in naked wonder
That the clinging of the church bells blew far into the breeze
Leaving only bells of lightning and its thunder
Striking for the gentle, striking for the kind
Striking for the guardians and protectors of the mind
An’ the poet and the painter far behind his rightful time
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

In the wild cathedral evening the rain unraveled tales
For the disrobed faceless forms of no position
Tolling for the tongues with no place to bring their thoughts
All down in taken-for-granted situations
Tolling for the deaf an’ blind, tolling for the mute
For the mistreated, mateless mother, the mistitled prostitute
For the misdemeanor outlaw, chaineded an’ cheated by pursuit
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

Even though a cloud’s white curtain in a far-off corner flared
An’ the hypnotic splattered mist was slowly lifting
Electric light still struck like arrows, fired but for the ones
Condemned to drift or else be kept from drifting
Tolling for the searching ones, on their speechless, seeking trail
For the lonesome-hearted lovers with too personal a tale
An’ for each unharmful, gentle soul misplaced inside a jail
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

Starry-eyed an’ laughing as I recall when we were caught
Trapped by no track of hours for they hanged suspended
As we listened one last time an’ we watched with one last look
Spellbound an’ swallowed ’til the tolling ended
Tolling for the aching whose wounds cannot be nursed
For the countless confused, accused, misused, strung-out ones an’ worse
An’ for every hung-up person in the whole wide universe
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

Οι Πεισθέταιροι

της Αγγελικής Ζαντέ

%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%b8%ce%ad%cf%84%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%bf%ce%b9

Ιδού τα Διονύσια

με τους Πεισθέταιρους

χωρίς φτερά.

Ο Τσαλαπετεινός από νωρίς

είναι φευγάτος.

Ο Ευελπίδης αν γέλαγε,

το χάχανο του κόπηκε στη μέση.

Ε! Η αντιπροσωπεία  έφτασε,

όμως ο Ηρακλής αποκοιμήθηκε,

ο Ποσειδώνας  αναχώρησε για τον ωκεανό

κι ο Τριβαλλός ξεκοκκαλίζει ακόμα το γουρούνι.

Αποφασίστηκε κρυφά:

οι γάμοι δεν θα γίνουν.

Η νεαρή θεά που όρνιθες εκτρέφει

άραγε να το ξέρει;

 

 

 

Ο φοίνικας κι η θάλασσα

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

%cf%86%ce%bf%ce%af%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b1%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b8%ce%ac%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b1

Φυσάει

χορεύει ο φοίνικας πούχει τις δυό φωλιές

στα μούσια τα χορτάρινα κρυμμένες

μονάχα σπάει τη σιωπή το θρόισμα των φύλλων

ίδια η φωνή της θάλασσας έρχεται από κει πάνω

μιλούνε φαίνεται πολύ σαν είναι μόνοι

η θάλασσα κι ο φοίνικας

κι ας τρέμουν τα πουλάκια τα νιογέννητα σαν κάνει πως λυγάει

κι ας είν’ ψηλός αυτός κι εκείνη ας είναι αιώνια

έχουν να λένε

για κάποια βάρκα μια φορά με ψάρια φορτωμένη

πού χε μια πράσινη γραμμή και κόκκινα μπαλόνια

κι έκλαιγε μόνος ο ψαράς και μούσκευαν οι πόνοι

λένε για μια μικρή πληγή με της καρδιάς το σχήμα

που σκάλισε ο έρωτας φευγάτος καθώς ήταν

τώρα τη βλέπουν και σιωπούν οι ερωτευμένοι γρύλοι

λένε για φάρους σκοτεινούς

για σύννεφα που τρέχαν

για μιαν αράχνη που κεντά πολύ σαν είναι μόνη

λένε για εκείνα τα πουλιά πού ΄ρχονται μα δε μένουν

σα μια φωτιά που αποβραδίς στη μέση μιας παρέας

χάρισε ρόδινα κλειδιά, που ανοίγουν αναμνήσεις

λένε αυτά κι άλλα πολλά

δεν παύουν να μιλάνε

μουγκρίζουνε τα κύματα στις πράσινες βελόνες

κι ο αέρας δυναμώνει

σκορπίσανε τα μυστικά

τρομάξαν τα πουλάκια

καιρός να φύγουνε μακριά

καιρός πια να πετάξουν

Τίποτα δυο φορές

%ce%b2%ce%b9%cf%83%ce%bb%ce%ac%ce%b2%ce%b1-%cf%83%ce%b9%ce%bc%cf%80%cf%8c%cf%81%cf%83%ce%ba%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%89%ce%bd%ce%ae-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1

της Βισλάβα Σιμπόρσκα, μετάφραση του Άλκη Τσελέντη

Τίποτα δεν μπορεί ποτέ να συμβεί δύο φορές
Αποτέλεσμα, το θλιβερό γεγονός
ότι φτάνουμε εδώ απροετοίμαστοι
και φεύγουμε χωρίς τη δυνατότητα ν’ αποχτήσουμε πείρα.

Ακόμα κι αν δεν υπάρχει κανένας περισσότερο αδαής,
κι αν είσαι ο χειρότερος μαθητής του πλανήτη,
δεν μπορείς να επαναλάβεις την τάξη το καλοκαίρι:
αυτή η σειρά μαθημάτων προσφέρεται μόνο μια φορά.

Καμιά μέρα δεν αντιγράφει την προηγούμενη,
δυο νύχτες δεν θα διδάξουν τι είναι ευδαιμονία
με τον ίδιο τρόπο επακριβώς,
και ούτε ακριβώς με τα ίδια φιλιά.

Μια μέρα, ίσως κάποια επιπόλαια γλώσσα
αναφέρει τ’ όνομα σου τυχαία:
Έχω την αίσθηση σαν να εκσφεντονίστηκε ένα ρόδο
μέσα στο δωμάτιο, όλο χρώμα κι ευωδιά.

Την άλλη μέρα αν και είσαι εδώ μαζί μου,
δεν μπορώ ν’ αποφύγω να κοιτάζω το ρολόι του τοίχου:
Ένα ρόδο; ένα ρόδο; Τι μπορούσε να είναι εκείνο;
Ένα λουλούδι ή ένας βράχος;

Γιατί πρέπει να θεωρούμε τη μέρα που φεύγει
με τόσο πολύ άχρηστο φόβο και θλίψη;
Είναι μέσα στη φύση της να μη στέκεται:
Το σήμερα φεύγει πάντα στο αύριο.

Προτιμώ να ψάχνουμε με χαμόγελα και φιλιά
αρμονία κάτω από τ’ άστρα μας,
μόλο που είμαστε διαφορετικοί (είμαστε σύμφωνοι)
ακριβώς όπως είναι δυο σταγόνες νερού.

 

Η μάνα μας

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

μάνα φύση

Τραβήξαμε αλλού τα μάτια και την προσοχή

αόρατη κι ασήμαντη έμεινε η μάνα μας

μάταια πάσχιζε ολοστόλιστη ανθούς

κι ας μοσχοβόλαγε αρώματα της γης

να μας μιλήσει

…………………………………………

η μάνα μας,

φτωχή για την ξεχωριστή ψυχή μας

την τόσο εκλεπτυσμένη

με όπερες, βιβλία, με μάτια φονικά την αγνοούσαμε

κι αυτή γέμιζε την ποδιά μας μέλι και καρπούς

απλή, αιώνια

κοιτούσε αλλού καθώς εμείς

ανακατώναμε τα χώματα

μη και ξεφύγει κάποιος θησαυρός απ’ το σεντούκι

…………………………………………

η μάνα μας

στις θύμισες τις παιδικές έδινε ευχές στο προσκεφάλι

κι ανάλαφρα μας σκέπαζε με νέφη, κρωξίματα, ξινούς καρπούς

Γούνινους φτερωτούς αγγέλους

άφηνε πίσω της να μας κρατούνε συντροφιά

να μας κοιμίζουν με πανάρχαια παραμύθια

μα εμείς

σχέσεις συγγενικές απαρνηθήκαμε

Μ’ ενα κουβάρι προσευχές

οι τρομαγμένες μας ψυχές καμιά φορα θυμούνται

μ´ενα ζεστό καλοκαιριάτικο τιτίβισμα

αναστενάζει εκείνη αγιόκλημα και συγχωρεί

χαμογελώντας

………………………………………..

Της μίλησα ξυπόλυτη καθώς ροκάνιζα τ’ απόγευμα στη δύση

πρόσεχε μού’ πε που πατάς

εκεί που πέρασες βρήκα μια πέτρα

θα στη χαρίσω για τους αέρηδες

βρέθηκα έτσι λουσμένη μεσ’ σε μιαν αύρα μυστική

το αόρατο σκιά ένιωσα να με προλαβαίνει

μα δε φοβήθηκα

κάτι τα κύματα που ανάσαιναν αρμύρα

κάτι οι αρχαίοι που ψέλναν μυστικά

είσαι εκεί μουρμούρισα

εκεί όπου είναι ορισμένο