Ἀρχεῖα

Ωδή στη Σεγκόβια

Υπό Έρνεστ Χι

του Νικ Μπήτνικ, από το “Ψάξε-βρες το με τον Ερνέστο”

Alcazar of Segovia Spain by Tilenti

Το Αλκαζάρ στη Σεγκόβια, έργο του Τιλέντι

Απόκοσμη Σεγκόβια…

Με περιμένεις πολιορκημένη, στη ραχοκοκαλιά ενός λόφου·

πέρα, σε μια πράσινη κοιλάδα.

Στο βάθος του ορίζοντα, βουνά·

πάλλονται στη λιακάδα.

Τα μάτια μου, θάμπωσαν απ΄την αντηλιά.

Όμορφη μοιάζεις από μακριά, αν και κάπως θλιμμένη.

Το τραίνο έκανε αναστροφή, μου κρύφτηκες.

Η ατμομηχανή βογκά, καθώς ξεμακραίνει.

Έφτασε, επιτέλους, στον σταθμό.

Στολές, στολές…

Γέμισε το μάτι μου χακί στολές.

Πήρα θάρρος με μια γενναία γουλιά απ΄το πλακέ μπουκάλι,

κρέμασα στον λαιμό τη φωτογραφική μου μηχανή,

άρπαξα τη γραφομηχανή κι έτρεξα να σε συναντήσω.

Σε ξαναβλέπω μετά τη στροφή.

Μου επιτρέπεις να σε περιγράψω;

Να σε φωτογραφίσω;

Μπορώ να σε γνωρίσω πιο καλά

ή, μήπως, να τ΄αφήσω;

Μου γνέφεις καταφατικά, με τις περικοκλάδες

και με τις απλωμένες σου μπουγάδες.

Αρχίζω:

Τα σπίτια σου παλιά, όλο ραγάδες.

Πλινθόκτιστα και σφιχταγκαλιασμένα,

πίσω από φράχτες σκυθρωπούς.

Ξύλινα δοκάρια στηρίζουν τα ντουβάρια·

θυμίζουν πέτρινα βιολιά, με δρύινα δοξάρια.

Κουρτινάκια κεντητά, παράθυρα-φεγγίτες,

παρτέρια λιλιπούτια, παιώνιες, μαργαρίτες…

Τα πολυβόλα έχουν σιγήσει εδώ και ώρα,

οι κάννες τους όμως καπνίζουνε και τώρα.

Οι φασίστες, πρέπει να με πήραν μυρωδιά·

τους ακούω να γαβγίζουν σα σκυλιά.

Σήκωσα τον γιακά της καπαρντίνας μου

και τάχυνα το βήμα μου.

Δεν έχει πεζοδρόμια στον κεντρικό καρόδρομο·

είναι πλακόστρωτος και ανηφορικός, όλο στροφές·

σέρνεται στις γειτονιές, και μ΄οδηγεί σε μια στενή πλατεία.

Οι πόρτες των σπιτιών σου κλείνουν στα μούτρα μου με βία.

Πριν απ΄τον Εμφύλιο, άντε και να περνούσε καμιά άμαξα.

Τώρα, επικρατεί συνωστισμός και φασαρία.

Χακί στολές περιπολούν, άνθρωποι που ντύθηκαν θηρία.

Στολές, στολές, παντού στολές.

Άρματα μάχης, πυροβόλα σε κιλλίβαντες,

στρατιωτικά καμιόνια…

Άκουσα πως ένα τζιπ πήρε το κεφάλι μιας σενιόρας!

Το΄χε βγάλει, είπαν, από τον φεγγίτη, να ποτίσει την παιώνια.

Απόκοσμη Σεγκόβια, μικρή μου πόλη αιώνια…

Δύο είναι τα καμάρια σου.

Το πρώτο είναι το Αλκαζάρ· το Κάστρο σου.

Το΄χουν καταλάβει οι αντάρτες

και το πολιορκούν οι φρανκικοί·

στοιχειώνει την κορυφή του λόφου, στη δυτική πλευρά σου.

Στα τείχη του απάνω θ΄ανεβώ, να σε φωτογραφίσω.

Το ταξίδι

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

taxidi

Μακρύ ταξίδι κι ακριβό

απ’ το πανάρχαιο δέος

να ξεκινάς με την καρδιά του ζώου την τρομαγμένη

μέσα στην πράσινη γιορτή, το φως, την παραζάλη

μες στους χυμούς, τη μουσική, τη μέθη των χρωμάτων

γύρω από μια φωτιά, ολόγυρα θηρία

αιώνες πριν

να φεύγεις και να κουβαλάς

όπλα και δώρα απλόχερα που μοίρασε η φύση

και να χορεύεις πλέκοντας με τούτα φαντασίες

και να γεννάς και να γελάς και να πονάς

και να ‘χεις τ’ άστρα μάρτυρες και τα παιδιά

αιώνες πριν

στη λάσπη στην κάψα στη βροχή

στους πάγους να ξαπλώνεις

να ‘ρχονται οι ψίθυροι αργά

της άλλης ζωής τριγύρω

για να τους πλάσεις με πυλό

να φτιάξεις εργαλεία

και ζωγραφιές, μύθους, θεούς και τέχνες

αιώνες πριν

κι ύστερα να ‘ρχεται η κακή

η ώρα που θα μεθύσεις

θ’ ανυψωθείς περήφανα κοιτώντας τι έχεις φτιάξει

μικρός θεός τώρα εσύ, θα καταπιείς τους άλλους

κι εκείνη η γέρικη ελιά που τότε σου μιλούσε

θα λυπηθεί

μακρύ ταξίδι κι ακριβό

δες πόσα έχεις πληρώσει

για να ‘σαι τώρα μοναχός

ξένος και στειρωμένος

μιας γκρίζας γης ο βασιλιάς

ολόγυρα σκουπίδια

νάρκες, καπνοί, ελικόπτερα

που πήγε η αγάπη;

γιατί σταμάτησε η γιορτή;

γιατί πεθάναν όλοι;

Ad: “Megalicious Poetry”

της Αθήνας Ε. Ιλιάδη

 

Tις Πύλες άνοιξαν

του νέου μουσείου

να μπούνε τ’άλογα όντα του υποδρόμου,

αυτά που μ’ άν€ση και χάρη π€ρισσή

ποδοπατούν εδώ και χρόνια

τ’αρχέγονά μας ήθη.

—-

Αυτά,

χωρίς αιδώ καθήσαν μαζί

να υμνήσουν την ποίηση

μ’ευνούχους ποιητές και πλείστους ιπποκόμους.

Μα,

τ’ άλογα τι ξέρουν από λέξεις;

Αυτά,

τρέχουν ποντάροντας μόνο στο χρήμα.

—-

Σε δυό λεπτά (μην ήταν δευτερόλεπτα δε ξέρω)

οι Πύλες έκλεισαν.

Τ’ άλογα μ’ όλα τα ζώα φύγαν.

Τόσον ορυμαγδό και συρφετό

η ποίηση στις μέρες μας ,

αλλού δεν είδε!

Λέτε έτσι να φτιασιδώθηκε σπουδαία

και σύντομα στο Μega να τη δούμε,

με άλλο πρόσωπο να λέει τις ειδήσεις;

—-

Γρήγορα αδέλφια!

Γρήγορα!

Ανοίξτε τους κρουνούς,

τον Ηρακλή φωνάξτε!

Αλίμονο,

αλίμονο,

μας έπνιξε του βασιλιά Αυγεία η κόπρος.

—-

Ωστόσο,

οι μύγες,

που η μπόχα τις εκθρέφει,

μελωδικά τρέξαν ξωπίσω,

κόλησαν όμως κι αυτές στη μαύρη λάσπη

κι όλοι μαζί, άλογα όντα κι ιπποκόμοι

ποδοπατήθηκαν, σβηστήκαν απ’την ιστορία.

—-

Πιό δίπλα,

σε πόρτες μικρές και δύσκολες,

πολλές σ’ όλη τη χώρα,

για τον Ελύτη, τον Παλαμά,

τον Βάρναλη, τη Σαπφώ

κυρίως τον Καβάφη,

σ’ ομηρικές καρέκλες καθισμένοι

λιγοστά πρόσωπα χωρίς τα προσωπεία

σκάβουν φωτόλιες  οδούς.

Τι λέτε; Ας τις διαβούμε!

The Genius Of The Crowd

by   Charles BukowskiCharles Bukowski

there is enough treachery, hatred violence absurdity in the average
human being to supply any given army on any given day

and the best at murder are those who preach against it
and the best at hate are those who preach love
and the best at war finally are those who preach peace

those who preach god, need god
those who preach peace do not have peace
those who preach peace do not have love

beware the preachers
beware the knowers
beware those who are always reading books
beware those who either detest poverty
or are proud of it
beware those quick to praise
for they need praise in return
beware those who are quick to censor
they are afraid of what they do not know
beware those who seek constant crowds for
they are nothing alone
beware the average man the average woman
beware their love, their love is average
seeks average

but there is genius in their hatred
there is enough genius in their hatred to kill you
to kill anybody
not wanting solitude
not understanding solitude
they will attempt to destroy anything
that differs from their own
not being able to create art
they will not understand art
they will consider their failure as creators
only as a failure of the world
not being able to love fully
they will believe your love incomplete
and then they will hate you
and their hatred will be perfect

like a shining diamond
like a knife
like a mountain
like a tiger
like hemlock

their finest art

Η Mεγαλοφυία του Πλήθους

του Τσάρλς Μπουκόφσκι, μετάφραση Αγγελικής Ζαντέ

υπάρχει αρκετή προδοσία, μισητή βία παραλογισμός στη μετριότητα
ο άνθρωπος είν΄ικανός να υπηρετήσει σε κάθε στρατό  οποιαδήποτε  μέρα

κι οι καλύτεροι δολοφόνοι είν΄ αυτοί που κηρύττουν εναντίον του φόνου
και οι εναγκαλιστές του μίσους είναι αυτοί που κηρύττουν την αγάπη
και οι φιλοπόλεμοι, τέλος, είναι εκείνοι που κηρύττουν την ειρήνη

εκείνοι που κηρύττουν τον Θεό, χρειάζονται το Θεό
εκείνοι που κηρύττουν την ειρήνη δεν έχουν ειρήνη
εκείνοι που κηρύττουν την ειρήνη δεν έχουν αγάπη

προσέξτε τους ιεροκήρυκες
προσέξτε τους γνώστες
προσοχή σε όσους διαβάζουν συνέχεια βιβλία
προσέξτε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια
είτε  είναι υπερήφανοι γι ‘αυτή
προσέξτε  αυτούς που σπεύδουν να επαινέσουν,
χρειάζονται επαίνους σε αντάλλαγμα
προσοχή σ’ όσους σπεύδουν να λογοκρίνουν,
φοβούνται αυτό που δεν ξέρουν
προσέξτε αυτούς που επιδιώκουν συνέχεια νάναι με πλήθη,

είναι ένα τίποτα μόνοι τους
Φυλαχτείτε από τον μέτριο άνθρωπο, από την μέτρια γυναίκα
προσέξτε την αγάπη τους, η αγάπη τους είναι μέτρια
επιδιώκουν τη μετριότητα

αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους
υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει
να σκοτώσει τον οποιονδήποτε
δεν θέλουν τη μοναξιά
δεν μπορούν να καταλάβουν τη μοναξιά
θα επιχειρήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε
διαφέρει απ’ τα δικά τους
δεν είναι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης
δεν θα καταλάβαιναν την τέχνη
θα εξέταζαν την αποτυχία τους ως δημιουργοί
μόνο ως αποτυχία του κόσμου
δεν είναι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως
θα πιστέψουν ότι η αγάπη σας είν’ελλιπής
και στη συνέχεια θα σας μισούν
και το μίσος τους θα είναι τέλειο

σαν ένα λαμπερό διαμάντι
σαν ένα μαχαίρι
σαν ένα βουνό
σαν μια τίγρη
σαν το κώνειο

η ωραιότερη τέχνη τους

Gracias a La Vida

της Ελένης Αναστασίουκλαδιά δένδρων

 

Έτσι αρχίζω την ηλεκτρονική μας επικοινωνία

με στιχάκια

και σου στέλνω την καλημέρα μου

όπως την εύχομαι κάθε πρωί

μέσα από τα γυμνωμένα από τον χειμώνα κλαδιά του δέντρου

έξω από το παράθυρό μου.

 

Αγγελική, να’σαι καλά.

 

Grace to life

by Eleni Anastasiou, translated by Angela Zanté

Thus I initiate  our online communication

with lyrics
and send you  my goodmorning

the way I wish it every day

through the winter bare branches of the tree

outside my window.

Angela, hope you’re fine.

Θα ‘ρθει καιρός

της Κατερίνας Γώγου

..Θα ‘ρθει καιρόςΚατερίνα Γώγου
που θ’ αλλάξουν τα πράγματα…
να το θυμάσαι Μαρία……

..θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα
εκείνο το παιχνίδι που τρέχαμε…..
κρατώντας την σκυτάλη…

..Μη βλέπεις εμένα μην κλαις..
εσύ είσαι η ελπίδα..

..Άκου… θα ‘ρθει καιρός…
που τα παιδιά
θα διαλέγουν γονιούς…
δε θα βγαίνουν στην τύχη…

..δεν θα υπάρχουν
πόρτες κλειστές…
με γερμένους απ’ έξω..
και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε…
δε θα ‘μαστε άλογα
να μας κοιτάνε στα δόντια…

Οι άνθρωποι…. σκέψου..
θα μιλάνε με χρώματα…..
κι άλλοι με νότες………..

..να φυλάξεις μοναχά..
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό..
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές :

..
για το μάθημα της Ιστορίας…..

..Είναι Μαρία… δε θέλω να λέω ψέματα…
δύσκολοι καιροί.. και θα’ ρθουνε κι άλλοι…..

..δε ξέρω… μην περιμένεις κι από μένα πολλά..
τόσα έζησα… τόσα έμαθα… τόσα λέω…

..κι απ’ όσα διάβασα… ένα κράτησα καλά:
“..Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος…”

..Θα την αλλάξουμε τη ζωή..
…παρ’ όλα αυτά Μαρία…

Hope

by Angela Zanté,  poetic collection “the deaf fish”                                                                                     the deaf fish

Soul in desperation collects the sun,

its warmed eye rises carrying hopes.

The hopes are given to the undeads

beeing crowded on the life-dock.

———————————-

Who’s on first?

Why?

———————————-

A voice is coming…

“Strongly hold the hope,

only feed the fish

and you’ll be happy again”.