Never to dream of spiders


by Audre Lorde

Time collapses between the lips of strangers
my days collapse into a hollow tube 
soon implodes against now
like an iron wall
my eyes are blocked with rubble 
a smear of perspectives
blurring each horizon 
in the breathless precision of silence
One word is made.

Once the renegade flesh was gone
fall air lay against my face 
sharp and blue as a needle
but the rain fell through October
and death lay a condemnation
within my blood.

The smell of your neck in August
a fine gold wire bejeweling war
all the rest lies
illusive as a farmhouse
on the other side of a valley
vanishing in the afternoon.

Day three day four day ten
the seventh step
a veiled door leading to my golden
flameproofed free-paper shredded
in the teeth of a pillaging dog
never to dream of spiders
and when they turned the hoses upon me
a burst of light.

September 1961


by Denise Levertov


This is the year the old ones,
the old great ones
leave us alone on the road.

The road leads to the sea.
We have the words in our pockets,
obscure directions. The old ones

have taken away the light of their presence,
we see it moving away over a hill
off to one side.

They are not dying,
they are withdrawn
into a painful privacy

learning to live without words.
E. P. “It looks like dying”-Williams: “I can’t
describe to you what has been

happening to me”-
H. D. “unable to speak.”
The darkness

twists itself in the wind, the stars
are small, the horizon
ringed with confused urban light-haze.

They have told us
the road leads to the sea,
and given

the language into our hands.
We hear
our footsteps each time a truck

has dazzled past us and gone
leaving us new silence.
Ine can’t reach

the sea on this endless
road to the sea unless
one turns aside at the end, it seems,

the owl that silently glides above it
aslant, back and forth,

and away into deep woods.

But for usthe road
unfurls itself, we count the
words in our pockets, we wonder

how it will be without them, we don’t
stop walking, we know
there is far to go, sometimes

we think the night wind carries
a smell of the sea…


Σεπτέμβρης του 1961

της Ντενίς Λεβερντώφ, μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς


Είναι η χρονιά που οι παλαιοί

οι σπουδαίοι παλαιοί

μας αφήνουν μονάχους στον δρόμο.


Ο δρόμος οδηγεί στη θάλασσα.

Στις τσέπες μας έχουμε τις λέξεις,

δυσνόητες οδηγίες. Οι παλαιοί


αποστέρησαν το φως της παρουσίας τους,

το βλέπουμε να χάνεται πάνω στη μια πλαγιά

του λόφου.


Αυτοί δεν πεθαίνουν,

απλώς αποσύρονται

σε μια οδυνηρή ερημιά


μαθαίνοντας να ζουν δίχως τις λέξεις.

Ο Ε. Π. «Μοιάζει με θάνατο» -ο Ουίλλιαμς: «Δεν μπορώ

να σας περιγράψω αυτό


που μου συμβαίνει»-

Η Χ. Ν. «Ανήμπορη να μιλήσω».

Το σκοτάδι


στροβιλίζεται στον άνεμο, τα αστέρια

είναι μικρά, ο ορίζοντας

κυκλωμένος απ’ τη θαμπή πάχνη της πόλης.


Μας είπαν

ο δρόμος οδηγεί στη θάλασσα,

και έδωσαν


τη γλώσσα στα χέρια μας.

Εμείς ακούμε

τα βήματά μας κάθε φορά που κάποιο φορτηγό


μας τυφλώνει περνώντας και χάνεται

αφήνοντάς μας σιωπή καινούργια.

Δεν μπορείς να φτάσεις


στη θάλασσα απ’ αυτόν τον ατέλειωτο

δρόμο προς τη θάλασσα εκτός κι αν

τελικά στρίψεις, πιθανόν,


και ακολουθήσεις

την κουκουβάγια που σιωπηλά από πάνω του αιωρείται

πλαγίως, εμπρός και πίσω


και μακριά σε βαθιά δάση.


Αλλά για μας ο δρόμος

ξεδιπλώνεται μονάχος, μετράμε τις

λέξεις μες στις τσέπες μας, αναρωτιόμαστε


πως θα ‘ναι δίχως αυτές, δεν

σταματάμε να περπατάμε, γνωρίζουμε

πως έχουμε ακόμα πολύ δρόμο, άλλοτε πάλι


νομίζουμε πως ο άνεμος της νύχτας φέρνει

μια μυρωδιά από θάλασσα…

Chimes Of Freedom

by Bob Dylan

Bob Dylan.jpg

Far between sundown’s finish an’ midnight’s broken toll
We ducked inside the doorway, thunder crashing
As majestic bells of bolts struck shadows in the sounds
Seeming to be the chimes of freedom flashing
Flashing for the warriors whose strength is not to fight
Flashing for the refugees on the unarmed road of flight
An’ for each an’ ev’ry underdog soldier in the night
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

Through the city’s melted furnace, unexpectedly we watched
With faces hidden as the walls were tightening
As the echo of the wedding bells before the blowin’ rain
Dissolved into the bells of the lightning
Tolling for the rebel, tolling for the rake
Tolling for the luckless, the abandoned an’ forsakened
Tolling for the outcast, burnin’ constantly at stake
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

Through the mad mystic hammering of the wild ripping hail
The sky cracked its poems in naked wonder
That the clinging of the church bells blew far into the breeze
Leaving only bells of lightning and its thunder
Striking for the gentle, striking for the kind
Striking for the guardians and protectors of the mind
An’ the poet and the painter far behind his rightful time
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

In the wild cathedral evening the rain unraveled tales
For the disrobed faceless forms of no position
Tolling for the tongues with no place to bring their thoughts
All down in taken-for-granted situations
Tolling for the deaf an’ blind, tolling for the mute
For the mistreated, mateless mother, the mistitled prostitute
For the misdemeanor outlaw, chaineded an’ cheated by pursuit
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

Even though a cloud’s white curtain in a far-off corner flared
An’ the hypnotic splattered mist was slowly lifting
Electric light still struck like arrows, fired but for the ones
Condemned to drift or else be kept from drifting
Tolling for the searching ones, on their speechless, seeking trail
For the lonesome-hearted lovers with too personal a tale
An’ for each unharmful, gentle soul misplaced inside a jail
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

Starry-eyed an’ laughing as I recall when we were caught
Trapped by no track of hours for they hanged suspended
As we listened one last time an’ we watched with one last look
Spellbound an’ swallowed ’til the tolling ended
Tolling for the aching whose wounds cannot be nursed
For the countless confused, accused, misused, strung-out ones an’ worse
An’ for every hung-up person in the whole wide universe
An’ we gazed upon the chimes of freedom flashing

The Poets light but Lamps — J 883 /Franklin 930

by Emily Dickinson











The Poets light but Lamps —
Themselves — go out —
The Wicks they stimulate —
If vital Light
Inhere as do the Suns —
Each Age a Lens
Disseminating their
Circumference —


Κι οι Ποιητές λάμπουν Φανοί

της Έμιλυ Ντίκινσον, μετάφραση της Μαρίας Δαμολή


Κι οι Ποιητές λάμπουν Φανοί —

Οι ίδιοι – μέλλει να σβηστούν —

Μα άλλα Φιτίλια θ΄ αναφτούν

Κι αν είναι η Φλόγα ζωντανή


Σαν Ήλιοι λάμπουν εγγενώς —

Κάθε Εποχή κι ένας Φακός

Που διαδίδει διενεκώς

Περιφερειακά το Φως —

The Applicant


First, are you our sort of a person?

Do you wear

A glass eye, false teeth or a crutch,

A brace or a hook,

Rubber breasts or a rubber crotch,

Stitches to show something’s missing? No, no? Then

How can we give you a thing?

Stop crying.

Open your hand.

Empty? Empty. Here is a hand

To fill it and willing

To bring teacups and roll away headaches

And do whatever you tell it.

Will you marry it?

It is guaranteed

To thumb shut your eyes at the end

And dissolve of sorrow.

We make new stock from the salt.

I notice you are stark naked.

How about this suit –

Black and stiff, but not a bad fit.

Will you marry it?

It is waterproof, shatterproof, proof

Against fire and bombs through the roof.

Believe me, they’ll bury you in it.

Now your head, excuse me, is empty.

I have the ticket for that.

Come here, sweetie, out of the closet.

Well, what do you think of that?

Naked as paper to start

But in twenty-five years she’ll be silver,

In fifty, gold.

A living doll, everywhere you look.

It can sew, it can cook,

It can talk, talk, talk.

It works, there is nothing wrong with it.

You have a hole, it’s a poultice.

You have an eye, it’s an image.

My boy, it’s your last resort.

Will you marry it, marry it, marry it.

Ο Υποψήφιος

της Σύλβια Πλαθ,  μετάφραση Κλαίτης Σωτηριάδου
Πρώτον, είσαι δικός μας άνθρωπος;
γυάλινο το μάτι σου, ψεύτικα τα δόντια σου, έχεις δεκανίκι,
σιδεράκια ή άγκιστρο,
λαστιχένια στήθη ή λαστιχένιο στήριγμα,
ράμματα που να δείχνουνε πως κάτι λείπει; Όχι, όχι; Τότε
πώς μπορούμε να σου δώσουμε οτιδήποτε;
Σταμάτησε το κλάμα.
Άνοιξε το χέρι σου.
Άδειο. Άδειο; Να ένα χέρι
να το γεμίσει και πρόθυμο
να φέρνει φλιτζάνια και να διώχνει πονοκέφαλους
και να κάνει ό,τι του πεις.
Θα το παντρευτείς; 
Είναι εγγυημένο.
Να κλείσει με τα δάχτυλα τα μάτια σου στο τέλος
και από λύπη να διαλυθεί.
Φτιάχνουμε καινούρια αποθέματα από τ’ αλάτι.
Βλέπω πως είσαι τσίτσιδος.
Τι λες για το κουστούμι αυτό –
Μαύρο και σκληρό, μα δεν σου πάει κι άσχημα.
Θα το παντρευτείς;
Είναι αδιάβροχο, άθραυστο, ανθεκτικό
στη φωτιά και στις βόμβες απ’ τη στέγη.
Πίστεψέ με, θα σε θάψουμε μ’ αυτό.
Τώρα το κεφάλι σου, με συγχωρείς, είναι άδειο.
Έχω και την απόδειξη.
Έλα εδώ, μωρό μου, βγες απ’ το ντουλάπι.
Λοιπόν, τι λες γι’ αυτό;
Γυμνή σαν το χαρτί προς το παρόν.
Αλλά σε είκοσι πέντε χρόνια θα γίνει ασημένια,
σε πενήντα χρυσή.
Όπου και να κοιτάξεις, μια κούκλα ζωντανή.
Ξέρει να ράβει, ξέρει να μαγειρεύει,
ξέρει να φλυαρεί.
Δουλεύει. Όλα πάνε μια χαρά.
Έχεις μια τρύπα. Είναι μπλάστρι.
Έχεις ένα μάτι, είναι είδωλο.
Αγόρι μου, είναι το τελευταίο σου καταφύγιο.
Θα το παντρευτείς, θα το παντρευτείς, θα το παντρευτείς.

I’m Nobody! Who are you? – J288/Franklin 260

by Emily Dickinson


I’m Nobody! Who are you?
Are you – Nobody – Too?
Then there’s a pair of us!
Don’t tell! they’d advertise – you know!

How dreary – to be – Somebody!
How public – like a Frog –
To tell one’s name – the livelong June –
To an admiring Bog!

Ποιός είσαι εσύ; Εγώ ο Κανένας! – J288/Fr260

της Έμιλυ Ντίκινσον, μετάφραση της Μαρίας Δαμολή


Ποιός είσαι εσύ; Εγώ ο Κανένας!

Eίσαι και συ μήπως – Κανένας;

Μα τότε είμαστε ζευγάρι ταιριαστό!

Μιλιά! Μας αναγγείλαν στο λεπτό!


Τι ανιαρό – να είσαι – ο Κάποιος!

Και σαν Βατράχι – τον Ιούνη -λαϊκό

Να λες το όνομά σου ακαταπαύστως –

και να θαυμάζει όλου του Βούρκου το κοινό!

The Genius Of The Crowd

by   Charles BukowskiCharles Bukowski

there is enough treachery, hatred violence absurdity in the average
human being to supply any given army on any given day

and the best at murder are those who preach against it
and the best at hate are those who preach love
and the best at war finally are those who preach peace

those who preach god, need god
those who preach peace do not have peace
those who preach peace do not have love

beware the preachers
beware the knowers
beware those who are always reading books
beware those who either detest poverty
or are proud of it
beware those quick to praise
for they need praise in return
beware those who are quick to censor
they are afraid of what they do not know
beware those who seek constant crowds for
they are nothing alone
beware the average man the average woman
beware their love, their love is average
seeks average

but there is genius in their hatred
there is enough genius in their hatred to kill you
to kill anybody
not wanting solitude
not understanding solitude
they will attempt to destroy anything
that differs from their own
not being able to create art
they will not understand art
they will consider their failure as creators
only as a failure of the world
not being able to love fully
they will believe your love incomplete
and then they will hate you
and their hatred will be perfect

like a shining diamond
like a knife
like a mountain
like a tiger
like hemlock

their finest art

Η Mεγαλοφυία του Πλήθους

του Τσάρλς Μπουκόφσκι, μετάφραση Αγγελικής Ζαντέ

υπάρχει αρκετή προδοσία, μισητή βία παραλογισμός στη μετριότητα
ο άνθρωπος είν΄ικανός να υπηρετήσει σε κάθε στρατό  οποιαδήποτε  μέρα

κι οι καλύτεροι δολοφόνοι είν΄ αυτοί που κηρύττουν εναντίον του φόνου
και οι εναγκαλιστές του μίσους είναι αυτοί που κηρύττουν την αγάπη
και οι φιλοπόλεμοι, τέλος, είναι εκείνοι που κηρύττουν την ειρήνη

εκείνοι που κηρύττουν τον Θεό, χρειάζονται το Θεό
εκείνοι που κηρύττουν την ειρήνη δεν έχουν ειρήνη
εκείνοι που κηρύττουν την ειρήνη δεν έχουν αγάπη

προσέξτε τους ιεροκήρυκες
προσέξτε τους γνώστες
προσοχή σε όσους διαβάζουν συνέχεια βιβλία
προσέξτε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια
είτε  είναι υπερήφανοι γι ‘αυτή
προσέξτε  αυτούς που σπεύδουν να επαινέσουν,
χρειάζονται επαίνους σε αντάλλαγμα
προσοχή σ’ όσους σπεύδουν να λογοκρίνουν,
φοβούνται αυτό που δεν ξέρουν
προσέξτε αυτούς που επιδιώκουν συνέχεια νάναι με πλήθη,

είναι ένα τίποτα μόνοι τους
Φυλαχτείτε από τον μέτριο άνθρωπο, από την μέτρια γυναίκα
προσέξτε την αγάπη τους, η αγάπη τους είναι μέτρια
επιδιώκουν τη μετριότητα

αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους
υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει
να σκοτώσει τον οποιονδήποτε
δεν θέλουν τη μοναξιά
δεν μπορούν να καταλάβουν τη μοναξιά
θα επιχειρήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε
διαφέρει απ’ τα δικά τους
δεν είναι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης
δεν θα καταλάβαιναν την τέχνη
θα εξέταζαν την αποτυχία τους ως δημιουργοί
μόνο ως αποτυχία του κόσμου
δεν είναι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως
θα πιστέψουν ότι η αγάπη σας είν’ελλιπής
και στη συνέχεια θα σας μισούν
και το μίσος τους θα είναι τέλειο

σαν ένα λαμπερό διαμάντι
σαν ένα μαχαίρι
σαν ένα βουνό
σαν μια τίγρη
σαν το κώνειο

η ωραιότερη τέχνη τους