Ἀρχεῖα

Tό Tροπάριο της Κασσιανῆς

Γυμνό του Νικηφόρου ΛύτραTό Tροπάριο της Κασσιανῆς
 
                                                                                            
Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα,
μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη,
μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
 
 
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει,
οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ
ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
 
 
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
 
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
 
 
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους τίς ἐξιχνιάσει,
ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς,
ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.
 
 
_________________
 
Το Τροπάριο της Κασσιανής σε Απόδοση του Κωστή Παλαμά
 
Κύριε, η γυναίκα που έπεσε, σε τόσες αμαρτίες,
σαν άκουσε, σαν ένοιωσε τη θεϊκή σου Χάρη
σαν μυροφόρας ένδυμα, στα κλάματα πνιγμένη
μύρα προ του θανάτου Σου, εντάφια σου φέρνει.
 
και ωιμέ, στενάζει, κλαίει και θρηνεί
πολλή με δέρνει νύχτα ασέληνη και σκοτεινή
έρως της αμαρτίας νύχτα που φλέγει και κεντά πόθους ακολασίας.
 
δέξου Χριστέ, τα δάκρυα τα πύρινα που χύνω Συ,
που στα σύννεφα τραβάς της θάλασσας το κύμα.
Γύρισε την συμπόνια Σου, στους στεναγμούς μου,
Συ πώγυρες τους ουρανούς στην θεία γέννησή Σου.
 
Τα πόδια σου τα άγια, άφησε να φιλήσω 
και να σκουπίσω άφησε με τα ξανθά μαλλιά μου.
Τα πόδια, που σαν άκουσε τον κρότο τους η Εύα το δειλινό μεσ’ στην Εδέμ 
κρύφθηκε από φόβο.
 
Τις τόσες αμαρτίες μου και τη βαθιά Σου κρίση ποιος να μετρήσει ημπορεί
Χριστέ μου, ψυχοσώστη
Μη με αφήνεις έρημη και ταπεινή σου δούλη Συ,
όπου έχεις, ως Θεός άπειρη καλοσύνη.
 
 
_________________
 
Το Τροπάριο της Κασσιανής σε Μεταγραφή του Φώτη Κόντογλου
 
 
Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου,γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά
πριν από τον ενταφιασμό σου.
 
 
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα,
γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι,
η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
 
 
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
 
 
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου•αυτά τα ποδάρια,
που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε,
από το φόβο της κρύφτηκε.
 
 
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση,
ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου,
εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.
 
____________________
 
The Hymn of Kassiani
 
 
Sensing your divinity Lord, a woman of many sins,
takes it upon herself to become a myrrh-bearer and in deep mourning
brings before you fragrant oil  in anticipation of your burial;
 
crying: “Woe to me! What night falls on me,
what dark and moonless madness
of wild-desire, this lust for sin.
 
Take my spring of tears
You who draw water from the clouds,
bend to me, to the sighing of my heart,
You who bend the heavens in your secret incarnation.
 
I will wash your immaculate feet with kisses
and wipe them dry with the locks of my hair;
those very feet whose sound Eve heard
at the dusk in Paradise and hid herself in terror.
 
Who shall count the multitude of my sins
or the depth of your judgment,
Saviour of my soul?
Do not ignore your handmaiden,
You whose mercy is endless”.

Advertisements

8 Rubáiyát

by Omar Khayyám, translated by Edward FitzGerald                   omar khayyam

The Moving Finger writes; and, having writ,
Moves on: nor all thy Piety nor Wit,
Shall lure it back to cancel half a Line,
Nor all thy Tears wash out a Word of it.

But helpless pieces in the game He plays,
Upon this chequer-board of Nights and Days,
He hither and thither moves, and checks… and slays,
Then one by one, back in the Closet lays.

And, as the Cock crew, those who stood before
The Tavern shouted— “Open then the Door!
You know how little time we have to stay,
And once departed, may return no more.”

A Book of Verses underneath the Bough,
A Jug of Wine, a Loaf of Bread—and Thou,
Beside me singing in the Wilderness,
And oh, Wilderness is Paradise enow.

Myself when young did eagerly frequent
Doctor and Saint, and heard great Argument
About it and about: but evermore
Came out of the same Door as in I went.

With them the Seed of Wisdom did I sow,
And with my own hand labour’d it to grow:
And this was all the Harvest that I reap’d—
“I came like Water, and like Wind I go.”

Into this Universe, and why not knowing,
Nor whence, like Water willy-nilly flowing:
And out of it, as Wind along the Waste,
I know not whither, willy-nilly blowing.

And that inverted Bowl we call The Sky,
Whereunder crawling coop’t we live and die,
Lift not thy hands to It for help—for It
Rolls impotently on as Thou or I.

Mais fol ne croit jusqu’il prent

christine_de_pisan_and_her_son

par Christine de Pisan,   “Les Cent ballades

XCIV

Qui que die le contraire,
On doit loiaulté tenir
En tout quanque l’en veult faire,
Qui veult a grant preu venir;
Et qui barat maintenir
Veult, a la fin mal lui prent,
Mais fol ne croit jusqu’il prent.

Loiaulté est neccessaire
A qui tent a avenir
A honneur et grant salaire;
N’il ne doit apartenir
Que cil doye bien fenir,
Qui a barater se prent,
Mais fol ne croit jusqu’il prent.

Et trop mieulx se vauldroit taire,
Que de dire et soustenir
Que de loiaulté retraire
Se convient, qui devenir
Veult riche, et fraude tenir;
Qui le fait au laz se prent,
Mais fol ne croit jusqu’il prent.

 

της Christine de Pisan, «Οι εκατό Μπαλάντες»

μετάφραση της Αγγελικής Ζαντέ

94η

Αλλά ο τρελός δεν πιστεύει μέχρι να καταλάβει

Όποιος λέει τ’ αντίθετο,

πρέπει με αφοσίωση να κρατήσει

όλα εκείνα όποτεπου αξίζει να κάνει,

Όποιος αξίζει να πάει στις μεγάλες αρετές

κι Όποιος αξίζει να διατηρήσει την καρδάρα,

στο τέλος η αρρώστια τον κυριεύει,

Αλλά ο τρελός δεν πιστεύει μέχρι να τον κυριεύσει.

Η αφοσίωση είν’ απαραίτητη

σ’ αυτόν που ΄χει μέλλον

στην υπόληψη και τον παχυλό μισθό,

Όχι κανείς δεν πρέπει να εναπόκειται

στο ότι πρέπει να κλείσει τα βλέφαρα,

στο ότι αυτός που έχει την καρδάρα πρέπει να την κρατήσει,

Αλλά ο τρελός δεν πιστεύει μέχρι να  την κρατήσει.

Και καλύτερα αξίζει να σωπάσει,

Τι να πει και τι να υποστηρίξει

Πώς να παραιτηθεί απ΄την αφοσίωση

Σύμφωνοι, αυτός που αξίζει

να γίνει πλούσιος, και να παραμείνει απατεώνας,

Αυτός που τo συμβάν στις λίμνες τον πάει,

Αλλά ο τρελός δεν πιστεύει μέχρι να πάει.