Ἀρχεῖα

Πυγολαμπίδες 

Πυγολαμπίδες 

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

 

 

Τα φώτα είναι δυνατά

τρομάζουνε τα πλάσματα της νύχτας

πάνω στην άσφαλτο λάμπουν οι στάλες της βροχής

νυχτερινά διαμαντικά

πυγολαμπίδες

 

Ατσάλινη, σκληρή ζωή

νεανικές φουσκονεριές, άγριο μελίσσι

φωνές, παντού φωνές που δυναμώνουν

ζυγίζει το κενό πλάι στο δρόμο μια σιωπή

εκκωφαντική

 

Η πόλη άρχοντας του σκοταδιού

κερνάει νερωμένα οινοπνεύματα

κι αραιωμένη αγάπη

σπρώχνει του δρόμου η λάμπα τα όνειρα μες στις σκιές

και στις γωνιές οι τολμηροί δειλοί συνωμοτούν

τη βία του κυνηγού την ασπατάλητη που να ξοδέψουν

 

Καράβια ακυβέρνητα

τόσες ψυχές

ανοίγουνε πανιά σα φωτιστούν οι δρόμοι

ελπίδες αρμενίζουνε

έρωτες ξαφνικοί μοιράζουν πεταχτές χαρές

πυγολαμπίδες

 

Αξόδευτες οι προσμονές σαν ξημερώσει

θα σέρνονται άψυχα στα πεζοδρόμια

να ρθεί να τις σκουπίσει

του δήμου το μεγάλο φορτηγό

αφού μες στην καρδιά δε χώρεσαν

των τόσων ξεχασμένων

Love letter

上官 婉兒 (2)

 

written by Shangguan Wan’er (上官  婉兒),

translated by Angela Zante,

edited by You Mei (优美)

 

First leaves are falling into the lake Dong-Ting

Oh! My love, I miss you as you are miles away

My aromatic quilt is cold without you

In brocade sky I saw the stars and the dropping of the moon

I desire to play love melodies of the Jian Nan songs about youngsters flirting

Oh! My love I’m so thirsty for a letter from you

But my thirst remains

I’m alone and desperate for long in an empty house

 

 

Ερωτική Επιστολή

της Σανγκουάν Γουάρ (上官  婉兒),

μετάφραση της Αγγελικής Ζαντέ,

επιμέλεια της Γιόου Μέι (优美)

 

Στη λίμνη Νταν Τινγκ πέφτουν τα πρώτα φθινοπωρινά φύλλα

Ω! Αγαπημένε μου, μου λείπεις γιατί είσαι μίλια μακριά

Χωρίς εσένα είν’κρύο τ’ομορφομύριστο πάπλωμα

Στον χρυσοκέντητο ουρανό είδα τ΄ αστέρια και το φεγγάρι καθώς έπεφτε

Ποθώ να παίξω τις ερωτικές μελωδίες των τραγουδιών Τζιέν Ναν για τα νεανικά σκιρτήματα

Ω! Αγαπημένε μου, διψώ να λάβω ένα γράμμα σου

Αλλά η δίψα μένει

Κι είμαι μόνη κι απελπισμένη χρόνια σ΄ένα άδειο σπίτι

 

綵書怨

诗人: 上官  婉兒

翻译 :曾安其

恔對:优美

 

葉下洞庭初

思君萬里餘

露濃香被冷

月落錦屏虚

欲奏江南曲

貪封薊北書

書中無别意

惟悵久離据

A poem doesn’t do everything for you

Gwendolyn Brooks

by Gwendolyn Brooks

A poem doesn’t do everything for you.
You are supposed to go on with your thinking.
You are supposed to enrich
the other person’s poem with your extensions,
your uniquely personal understandings,
thus making the poem serve you.

Το κάλεσμα της Ζωής

του Φοίβου Ζαντέ,

έπαινος στον 10ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό

Διαγωνισμό Ποίησης 2018

του Δήμου Πετρούπολης.

__

 

 

Με γεμίζει αυτό το τίποτα, η Φύσις.

Είναι το πολύ, χωρίς το περιττό.

Ο πόνος θα με περιτριγυρίσει

Μα εγώ, τη χαρά αποζητώ.

__

Κάθομαι το πρωί στο κρύο,

Μες τον παγετό

Και το μόνο που κάνω τώρα

Είναι να αισθάνομαι.

__

Ένας ίσκιος πέφτει πλάι μου

Αγγίζοντας τον πόνο

Νιώθω εσένα πλάι μου

Μα ίσκιος είναι μόνο.

__

Πουλάκια γύρω μου σφυρίζουν

Και χαίρονται το κρύο.

Κι όμως, λίγες φορές ακούγονται

Και αυτό μου φαίνεται αστείο.

__

Τα δέντρα αναπνέουν πλάι μου

Δροσίζονται απ τις σταγόνες

Και όπως υψώνονται…

Μάλλον ετοιμάζονται γι’αγώνες.

__

Απέραντος κι ο ουρανός σου

Που στις άκρες της θαλασσιάς γερνά.

Απέραντη και η ψυχή σου

Που σ’όλους εμάς γυρνά.

__

Τελειώνοντας η μέρα,

Φέρνει πίκρα σουβλερή.

Η σελήνη φέγγει, ίσκιους δημιουργεί,

Και μου υπενθυμίζει πως είσαι κάπου εκεί.

__

Ας πεθάνω εδώ μόνος μου,

Θα πεθάνω με τον κόσμο όλο.

Έρημη γη

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

Μη φύγεις

γελάστηκες απ´τις φωνές και τα τραγούδια

Είναι έρημη αυτή η γη

δε θα σ´αρέσει

δε θα σε περιμένουνε οι παλιοί

ούτε κριτής θα στέκεται στην πόρτα

Με συντροφιά τη μοναξιά

θα απεκδυθείς τον πόνο

και στο γαλήνιο ωκεανό θα βυθιστείς

της λήθης

Οι σκιές μακραίνουνε πολύ

πριν ξημερώσει

σπηλιές οι άδειες αγκαλιές

μα κι έτσι ακόμα

Μη φύγεις

πριν ακουστεί στην Ιεριχώ 

η σάλπιγγα, τα τείχη

πριν κομματιαστούν

Μη φύγεις

Εάλω η πόλις

Εάλω η πόλις

της Έλενας Χουζούρη,

από την ποιητική της συλλογή ¨Οι τρυφεροί άντρες¨

__

Η πόλη στέγνωσε αλλά και υγρή και είπες θα φύγω αλ-

λά κατακλυσμός και πέτρες και χωρίς χέρια η πόλη με

λαβωματιά μεγάλη ίσαμε το στόμα μου ψηλά να βγάλω

κραυγή να εισακουστεί και εισακουστεί από ομοιόβαθμους

και ομόγενους και ομήλικες όπως τότε και πάντα αλλά

δεν με πιστεύει στεγνή και στέρφα κι άκληρη και με φω-

νές της νύχτας φωνές μυστικές, υπόκωφες, φωνές αντα-

ριασμένες˙ «άνοιξε το παράθυρο, η πόλη έφυγε».

Η Άνοιξη

Αλμυρά βότσαλα

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

Άργησε φέτος η άνοιξη

έριξε δύο γυροβολιές στις μαργαρίτες

μα ύστερα ξεχάστηκε

στα βελουδένια φτερά μιας πεταλούδας

στα νοτισμένα αρμυρά βότσαλα

σε μια φωλιά

την περιμέναμε πια κουρασμένοι

γονατιστοί στα χώματα

κει που την είχαμε κρύψει

δε μας κατάλαβε

ούτε που το νιώσε πως τάχαμου

τη θάβαμε στο χώμα

ούτε μας είδε ποτέ

κάτι χαμόγελα κι αυτά κλεφτά

αυτή κανονίζει μονάχη

κι εμείς θαρρούσαμε πως παίζαμε το ντέφι

να τώρα που άργησε ναρθεί

κι εμάς μας λείψαν πια τα παραμύθια

Ερωτικά κι ερωτευμένα

 

Ερωτικά κι ερωτευμένα

της Στέλλας Καρτάκη

 

Τώρα που άναψε ο φάρος,

Ευκαιρία,

Σου στέλνω

Χαιρετίσματα κι εγώ,

Με πολυφωνικά απ´την Ήπειρο,

Ριζίτικα απ´την Κρήτη,

Καντάδες της Ζακύνθου

Και μπάλους Παριανούς.

Να τα χορέψεις, να τα τραγουδήσεις…

Μόνο του το κορμί βρίσκει τα βήματα

Μόνο του βρίσκει και τα λόγια

Και τ´ανταποδίδει.

Χειρογραφώ

48389299-0ACA-49F3-A697-5C48C4EB914B

της Χαράς Κόκκινου

Όλα κλεισμένα – Εδώ: Σε μία χούφτα, τα περασμένα

Μπίλιες κρατάω – Και τις πετάω

Σ’άλλη πορεία

Τα μοιρασμένα – Παντού: Εδώ κι εκεί, όλα δοσμένα

Σας τα γυαλίζω – Και τα χαρίζω

Σαν σε ταινία

Ξημέρωμα

6182DF35-1C01-4B68-8BAE-CC8C242C0688

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

Ξημέρωμα

και τ’αγρολούλουδα τινάζουνε την πάχνη

οι τρόμοι σκόρπισαν

μεσ’ στο βελούδινο ουράνιο ωκεανό

στην προσμονή της μέρας

της άπειρης, της έμπειρης

Αρχαίος φοίνικας η ελπίδα

σχίζει το φως

ανοίγει τις φτερούγες

να τις μουσκέψουν φεύγοντας

της νύχτας οι καημοί

να διαλυθούν στον ήλιο

Ο χρόνος αιώνιος

πλεγμένος στις ολόχρυσες λεπίδες

βυθίζει μαχαιριές

μα αντέχει η ζωή

ανέμελη ανατριχίλα

πονάει γελάει

αντέχει αυτή

όλα τα αντέχει

Ερωτική Μέθεξη

Γιώργος Σταθόπουλος

της Πέρθας Καλέμη

Πέτρωσε λες το βλέμμα της στ’ ονειρευτό περγιάλι,
το δάκρυ της ανάκουστο σβήνει στην αμμουδιά,
πήρε ο νοτιάς τη θλίψη της τ’ αψήλου αγάλι-αγάλι
και τήνε πάει μεσούρανα, στην άναστρη βραδιά.
Το ερωτικό καράβι της, λαβώθηκε στην πλώρη
και βούλιαξε ξυλάρμενο στου χρόνου την ορμή
κι ως άπλωσε το θρήνο της, η πληγωμένη κόρη,
πέσαν ρουμπίνια δάκρυα, μες τη νεροσυρμή.

 

Ο κήπος των χρωμάτων

A garden of people

της Αγγελικής Ζαντέ

Μπήκα στον κήπο των χρωμάτων

κι είδα έναν άνθρωπο,

αυτή μου είπε:

«Σα χρώμα είσαι βιολετί»!

Α! είπα

«Ευχαριστώ!»

Μα τί να σκέφτηκε;

Τί άραγε για μένα φανταζόταν;

Περπάτησα πιο πέρα, στο διαδίκτυο

κι είδα έναν άλλον άνθρωπο,

αυτός μου είπε:

«Σα χρώμα είσαι βαθύ μπλε»

Α! είπα

«Τί όμορφος ο ωκεανός

κι ουράνιο το χρώμα!»

Μα τί να σκέφτηκε;

Τί άραγε για μένα φανταζόταν;

Προχώρησα στον κήπο των χρωμάτων

κι είδα έναν άνθρωπο,

αυτή μου είπε:

«Σα χρώμα είμαι το πορτοκαλί»!

Α! είπα

«Πόσο θαυμαστό

που αυτός ο κήπος έχει,

της γης τα μύρια χρώματα!»

Προχώρησα στον κήπο των χρωμάτων

κι είδα τον άνθρωπο!

The garden of colors

by Angela Zante

I entered the garden of colors
and I saw a person,
she told me:
“As a color you are violet”!
A! I said
“Thanks!”
But what did she think?
What did she imagine for me?

I walked further, on the internet path
and I saw another person,
he told me:
“Your color is deep blue”
A! I said
“How beautiful the ocean is
with a heavenly color! ”
But what did he think?
What did he imagine for me?

I went to the garden of colors
and I saw a person,
she told me:
“My color is orange!”
A! I said
“How wonderful
that this garden has
the earth’s myriads colors! ”

I went to the garden of colors
and I saw the person!

 

 

 

 

Ο Σοφός

Socrates

του Φοίβου Ζαντέ, Μάρτιος 2018

 

Όταν πιστεύεις πως αδικείσαι

και η εξουσία σου ρουφά το αίμα

σε μιά ελπίδα να κρατήσει το στέμμα

τούτο να θυμάσαι:

 

«Ο Σωκράτης θα παραμείνει στη φυλακή

εμποτισμένος με την αλαζονεία

και την ισχυρή κρίση των δικαστών.

 

Μα ο σοφός δε θα λυγίσει

στην άδικη τούτη κρίση

και ευτυχισμένος και πιστός

θα πάει στο βασίλειο των σκιών»

 

 

 

Ζωγραφίζω την πέτρα

Sangouan Wanr

της Σανγκουάν Γουάρ (上官  婉兒)

απόδοση στα ελληνικά της Αγγελικής Ζαντέ

Ζωγραφίζω την πέτρα

 

καθώς

 

ο αέρας υφαίνει το νερό.

Για μένα

 

πολυτιμότερες είναι

 

οι ευωδιές των λουλουδιών.

石畵妝苔色

風梭織水文

山室何為貴

唯餘桂熏

Του γιασεμιού τ´αστέρι

7B519572-96A0-4665-AFCD-D230064A066A

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

Μιλούν τα γιασεμιά;

γιατί σα ν´άκουσα ένα ψίθυρο χτες βράδυ

σα ν´άκουσα έναν αναστεναγμό

και μιαν απάντηση πριν καν ρωτήσω

Η γη αχόρταγα ρουφούσε το νερό

κι ο ουρανός εξόριζε εν´αστέρι

και καθώς μάκραιναν οι σκιές

σαν ψαλιδιές στου φεγγαριού τους ασημένιους δρόμους

τ´αστέρι ζαλισμένο

στων γιασεμιών την αγκαλιά

έπαψε να φοβάται

η γλαύκη έκπληκτη τούριξε μια λοξή ματιά

« αχ! τυχερό μου αστέρι

ποια προσευχή ταξίδεψε

ποια χείλη το ζητήσαν

απ´του ουρανού την παγερή αρχοντιά

να κατεβείς στη γη

να γίνεις γιασεμάκι….»

Τι χαρωπό το γήρας

της ´Ερης Ρίτσου

IMG_0330

Τί χαρωπό το γήρας σαν δεν πρέπει
να ξεχωρίζεις Σάββατο ή Τρίτη
να κλαις την Κυριακή για τη Δευτέρα
μα να’ναι καλή μέρα η κάθε μέρα.
Ω σύνταξη γλυκύτατη, ωραία,
με πάθος σ’ αγαπώ και σε ποθούσα
σκασίλα μου αν τώρα είμαι γραία
δεν πεθυμώ τα νιάτα όπου ανθούσα
μια που επιτέλους ως γριά κυρία
απολαμβάνω την ελευθερία.
Είπα να μοιραστώ και γω κατιτίς προσωπικό…

Αϋπνία

IMG_0328

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

Όλη τη νύχτα

να καρτέρας το πρωινό

μα αράχνης νήματα

μακριά να το κρατάνε και

την αυγή που θα κοπούν ξανά

εσύ ξάγρυπνος να μη θυμάσαι.

—–

Κλωστές,

πλασμένες με σεληνόσκονη

σκέψεις που φυλακίζουνε

μονάχα την γαλήνη

εκεί θα κρέμονται,

ώσπου να ρθεί το βράδυ

να σε τυλίξουνε ξανά

μακριά απ ́ τον ύπνο.

—–

Κι εσύ ανίσχυρος

στης ύπαρξης το λυκαυγές

θα φύγεις πάλι

για ξένο απάτητο προορισμό,

στη φύση σου άγνωστο την ταραχώδη

θολό και αέρινο,

κι από τα μάτια σου τα πρωινά αόρατο.

—–

Εκεί σε μια τη σκέψη σου πτυχή το φως θα περιμένει

登 鹳 雀 楼

澄 鹳 雀 楼

王 之涣

白 日 依 山 尽

黄 河 入 海 流

欲 穷 千 里  目

更 上 一  层 楼

 

On the Stork Tower

by Wang Zhihuan

The sun along the mountain bows;

The Yellow River seawards flows.

You will enjoy a grander sight;

By climbing to a greater height.

 

Tου πελαργού ο πύργος

του Γουάν Τζιχουάν, ποιητική απόδοση στα ελληνικά της Αγγελικής Ζαντέ

Ο ήλιος στις κορυφογραμμές μιλά,

ο Κίτρινος ποταμός  τη θάλασσα φιλά.

Νοιώθεις απολαυστικότερα,

όταν αναρριχάσαι ένα βήμα ψηλότερα.

Το τραγούδι της αδελφής μου

του Γιάννη Ρίτσου

το τραγουδι της αδελφής μου Ριτσος

Λούλα Ρίτσου

Στην αδελφή μου ΛΟΥΛΑ
Στους τρικυμισμένους καθρέπτες
Των λυγμών
Θραύεται το ήρεμο πρόσωπο
Της αιωνιότητας
Κι όμως ακόμη ακούμε εντός μας
Το φλοίσβισμα της ηρεμίας.

ΑΔΕΛΦΗ μου,
θ’ άξιζε ολόρθος να σταθώ
κατάντικρυ στον ήλιο
και των στίχων τους κίονες να υψώσω
προς το κυανό διάστημα
για να περιπατείς τα βράδια
χαμογελώντας πλάι στην Ευρυδίκη
κάτω απ’ τους έναστρους θόλους
του άφθαρτου θέρους.
Όμως, αδελφή μου,
δε δύναμαι άλλο.
Το άπειρο συνέτριψε
το στιλπνό του τόξο
στο μέτωπο μου
και στροβιλίζομαι
στην άπειρη Στιγμή
θρυμματισμένος και αδαής.
Η φωνή μου ναυάγησε.
Η σκέψη μου μάδησε
τα τελευταία της άνθη.
Μονάχα με λυγμούς
αρθρώνω το άσμα σου.
Δεν τολμούν
μήτε ο πόνος μήτε η έκσταση
με ματωμένα χείλη να ψελλίσουν
τ’ όνομα σου.
Πάνω στη χλόη τ’ ουρανού
η Ρούθ γονατίζει
για να προσευχηθεί στα πόδια σου.
Τα λευκά περιστέρια
των παιδικών ονείρων
χαμοπετούν στους κάμπους
του δικού σου χαμόγελου.
Οι ρεμβασμοί των σοφών
δεν αναρριχήθηκαν ποτέ
ως τα κράσπεδα
του σεπτού μεγαλείου σου.
Οι ποιητές που ατμίστηκαν στο φως
Αναγνωρίζουν στο φως του προσώπου σου
των στίχων τη μηδαμινότητα.
Μόνο η μεγάλη Σιωπή
μ’ ένα κρίνο στα χέρια
θωπεύει την κυρτή σου ράχη
που ύψωσε ως τον κόρφο του Θεού
τους οικτιρμούς των ανθρώπων,
ενώ οι γαλάζιες νύχτες
ακινητούν σε κατάνυξη
δακρύζοντας άστρα.
Αδελφή μου,
διπλώνω τα φτερά μου
λυγίζω το σώμα
για ν’ ασπασθώ
τις άκρες των γυμνών ποδιών σου.
Ευδόκησε να πραϋνθεί το πνεύμα μου
για να ψάλω τον ύμνο που αρμόζει
σε σένα, αδελφή μου,
αδελφή όλου του κόσμου.

———————————
ΤΑ ΛΕΥΚΑ χέρια σου
που άλειφαν μύρα τις πληγές μας
τώρα σφαδάζουν δεμένα πισθάγκωνα
στο σταυρό του κορμιού σου
σα νάταν, αδελφή μου,
χέρια ληστών.
Το λιγνό σώμα σου περιτυλίγεται
τον τεφρό μανδύα της αλλοφροσύνης.
Τα μάτια σου απομείνανε
δυό πύργοι γυάλινοι, ακατοίκητοι
και μέσα τους γυρνούν αδέσποτες
οι σκιές του παρελθόντος.
Αδελφή μου,
πως μ’ εγκατέλειψες τα μεσάνυχτα
να ψάχνω δίχως λύχνο
ν’ ανακαλύψω τα ίχνη
των απωλεσμένων βημάτων σου;
Βύθισε με και μένα
στο ίδιο σκότος
να μην ακούω τις σάλπιγγες
των κραυγών σου
που μετρούν τους αμέτρητους τάφους.
Ανατίναξε στο άπειρο
τους βολβούς των ματιών μου
για να μη βλέπω
τα δεμένα σου χέρια.
Στρέφω την όψη παντού
και θωρώ μόνο εσένα.
Επικαλούμαι
της ομορφιάς την καλοσύνη
να μ’ ελεήσει μια στάλα δροσιάς.
Όμως κανείς δεν αποκρίνεται
στις παρακλήσεις
των ηττημένων λαών.
Κίτρινη σκόνη
από ξερά τριαντάφυλλα
χιόνισε πάνω στους κήπους.
Το σιγαλό ακρογιάλι
αποσύρθηκε μες στο λυκόφως
κι η Άνοιξη αποκοιμήθηκε
με το φωτεινό πρόσωπο
κλεισμένο στις παλάμες.
Που βρίσκεται τώρα η σιωπή
με τους λευκούς ύπνους
με τις παγωμένες εκστάσεις
με τα ουδέτερα ρόδα;


 

ΑΔΕΛΦΗ μου,
δεν είμαι πια ποιητής
δεν καταδέχομαι νάμαι ποιητής.
Είμαι ένα πληγωμένο μυρμήγκι
που έχασε το δρόμο του
μες στην απέραντη νύχτα.
Αναδεύω την τέφρα
των πυρπολημένων Απριλίων
και δε βρίσκω μια σπίθα
για ν’ ανάψω την αρχαία θερμάστρα.
Εσύ εζύγισες
τους θησαυρούς των αιώνων
μες στη λεπτή παλάμη σου.
Εσύ εγκρέμισες τα όρη
όπου αναπαύονταν οι ποιητές.
Κι εγώ δεν είμαι πια ποιητής.
Το ξέρω,
οι ποιητές
δε ρυπαίνουν με δάκρυα
τις κρυστάλλινες πολιτείες.
Αγρυπνούν
με το βλέμμα τους ίσο κι αθόλωτο
για να μετρούν
τις φρικιάσεις του φωτός
και τους παλμούς του σύμπαντος.
Όμως εγώ,
αδελφή μου, αγρυπνώ
μετρώντας τους παλμούς
και την ανάσα σου.
Στυλώνομαι, πύργος νυχτός,
Μες την ακατανόητης βοή
των διασταυρουμένων κεραυνών
κι αγγίζω αδίστακτος τα ξίφη.
Οι αψίδες του φωτός κατέρρευσαν
κάτω απ’ τα βλέφαρα σου.
Τίποτ’ άλλο δε ζει
έξω απ’ τον πένθιμο κύκλο
που χαράζουν στην πλάση τα μάτια σου.
Δε θέλω
τα τύμπανα των θριάμβων
ν’ αναγγέλλουν τη δόξα μου
μες στα δάση της άνοιξης.
Το δικό σου χαμόγελο
μου φτάνει.
Η κρήνη των ματιών σου
μπορεί να ποτίσει τη δίψα μου
και ν’ ανθίσει τη ζωή μου.


ΕΙΧΑ ένα λαμπρό χιτώνα
που ζέσταινε τις ώρες μου.
Είχα τη συντροφιά των στίχων
που τις νύχτες μου μιλούσαν
για νικηφόρες εκστρατείες.
Καθισμένος εκεί
σιωπηλός και μονάχος
έστηνα με φθαρμένες πρωίες
τη σκηνή της γαλήνης μου.
Ονειρευόμουν
τις γλαυκές υποδοχές
που μου ετοίμαζαν οι άγνωστοι φίλοι μου
και στης αυγής τον κάμπο ατένιζα
τη χλοϊσμένη στέγη του καμπαναριού
χιονισμένη από λευκούς πελαργούς.
Ξανθά μαλλιά
Μ’ ένα θάμβος εξαίσιο στα μάτια,
θ’ άνοιγαν τις μεταθανάτιες
διαθήκες των ασμάτων μου.
(Πόσα χαμόγελα σύναξα
στην πικρή μοναξιά μου
για τη χαρά των ανθρώπων!)
Ω, η ακολουθία που καρτερούσε
την είσοδο μου στα Ιεροσόλυμα.
Σαν αμίλητος Χριστός
άκουγα την σάλπιγγα των ουρανών
μάντευα τους δρόμους
με βάγια στρωμένους
κι η καρτερία δε μου απόλειπε
στην πύρινη καταδίκη μου.
Όμως, αδελφή μου,
δεν ξέρω πια
να περιμένω και να προσεύχομαι.
Άκου¢ αυτή η εσπέρα προκαλεί
την αρχαία ψυχή μου
ανεμίζοντας ρόδινους πέπλους
πάνω απ’ τους κήπους.
Οι ακκισμοί των πουλιών
προσβάλλουν το σεμνό μου πένθος.
Αδελφή μου, ησύχασε¢
ο καταρράκτες των κελαϊδισμών
δε ραντίζουν την εγκατάλειψη μου.
Μένω πιστός μες στο βραχίονα
της ιδικής σου αγάπης.
Δεν είμαι πια ποιητής
και πικραίνομαι.
Συγχώρεσε με, αδελφή μου,
για τη θλίψη μου αυτή
που ζει έξω απ’ τη θλίψη σου.


ΑΔΕΛΦΗ μου,
ένα νέφος εσκίαζε πάντοτε
τα βλέφαρα σου.
Ακουμπισμένη στον εξώστη
-παιδάκι ακόμη-
κοιτούσες τη θάλασσα
να ξετυλίγει τ’ όνειρο
της απέραντης ερημίας.
Τάιζες την καρδιά σου
με τα φύλλα του φθινοπώρου.
Η μητέρα καθρέπτιζε
το αίνιγμα του ίσκιου της
μέσα στα μάτια σου.
Το χλωμό φέγγος του προσώπου σου
σερνόταν στο δάπεδο
του σπιτιού μας.
Δε σ’ είδαμε ποτέ να κλάψεις.
Μονάχα εκεί στα μηλίγγια σου
οι λεπτές φλέβες
όμοιες με σχέδια κυανού φωτός
έκρουαν τον πυρετό
των κλειδωμένων χειλιών σου.
(Πόσες φορές,
τις ώρες που κοιμόσουν,
έσκυψα πάνω τους για να διαβάσω
το μυστικό σου).
Γεμάτη αγάπη κι έλεος
έδενες τις πληγές μας
και σώπαινες.
Η σιωπή σου μηνούσε τα πάντα.
Τις χειμωνιάτικες εσπέρες
βάδιζες μόνη στο δάσος
να νοσηλεύσεις
τα γυμνά σπουργίτια,
να ζεστάνεις
τα παγωμένα έντομα.
Σπυρί-σπυρί σύναξες μέσα σου
τα δάκρυα των φτωχών, των ταπεινών.
Κι όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μας
εσύ απόμεινες ακόμη ορθή
-ίσκιος της Παναγίας-
για να μου δείξεις τ’ άστρα
μες απ’ την τρύπια στέγη.
Τώρα η σιωπή σου εθραύσθη
και στο μικρό κοχύλι πούκρυβες
άκουσα τις κραυγές του ωκεανού.
Αδελφή μου, δε μούμεινε
μήτε μια πέτρα να γείρω.


ΑΚΟΜΗ οδοιπορώ
στην ερημία των συνωστισμών,
στους ανύποπτους δρόμους.
Κανένας.
Τα παιδιά παίζουν δίχως να μαντεύουν
τις καμπάνες που κρούονται μακριά
σφραγίζοντας το αίμα τους.
Μπορούν ακόμα οι άνθρωποι και γελούν.
Μπορώ κι ακούω ακόμη
τις ομιλίες που κάμπτουν λοξά
-εμπορικά πλοία που περνούν
πλάι σε μοναχικό φάρο
χτισμένον καταμεσίς στο πέλαγος.
Απ’ τις μετόπες των μεγάρων
τα ρολόγια φωνάζουν:
μηδέν, μηδέν, μηδέν.
Εκείνοι ερωτεύονται τυχαία,
εκείνοι χτίζουν την επικαιρότητα,
εκείνοι κρατούν τα βιβλία
γεμάτα ισχνούς ασκητές.
Τα τραίνα μεταφέρουν,
μς από σταθμούς ερημωμένους,
την καταχνιά και τα κόκκαλα.
Οι πασχαλιές αναδεύουν
έα μαβί υπόλειμμα
ξεθωριασμένου ονείρου
πάνω απ’ τα πέτρινα μέτωπα.
Τίποτα.
Κι αυτό το λίγο μύρο
τς παιδικής αναπόλησης
καταναλίσκεται μάταια
χωρίς ηχώ.
Κανείς δεν βλέπει.
Τεφρές νιφάδες
Καλύπτουν τη γη.
Θεέ μου,
να σφαλίσω τα μάτια
να σταυρώσω τα χέρια
και ν’ αφεθώ στων ανέμων τη διάθεση.
Έτσι βαθιά κουρασμένος
να κυλήσω στην άβυσσο
ενώ η ταχύτητα της πτώσης
θα σφυρίζει στ’ αυτιά μου
το τραγούδι της ανάπαυσης.
Κλείστε τα παράθυρα.
Η αυθάδεια του φωτός
κηλιδώνει το δάκρυ μου.
Ας λείψει κι η άνθινη φλυαρία.
Δε χρησιμεύει.
Μητέρα σιωπή
φέρε το χέρι σου
στους κροτάφους μου.
Στο γυμνό κρανίο μου
Τα φθινοπωρινά δάση
σαλεύουν τους ίσκιους τους.
Αδελφή μου, νυστάζω.
Που ν’ ακουμπήσω;
Πώς να κοιμηθώ;
Δεν έχω κλίνη.
Κ’ η άρρωστη αυγή
βρίσκει πάλι αναμμένη
τη λάμπα της αγρύπνιας μου.


Η ΔΕΙΛΙΝΗ ώρα
με πρόλαβε μακριά σου
αδελφή μου.
Η σεβάσμια ομορφιά
χτύπησε τον ώμο μου
με στοργική παλάμη.
Στον ορίζοντα υποφώσκει
η φλόγα ενός λησμονημένου ρόδου.
Οι μαλακές κορυφές
ανεβάζουν
κάνιστρα μενεξέδων
στα διάφανα πόδια
της ανάπαυσης.
Κρατώ στην ποδιά
ένα νιογέννητο πρόβατο
και βυθίζω το πνεύμα
στ’ αγαθά του βλέμματα.
Κοιτώ τους κάμπους
να εισπνέουν ειρηνικά
τη βραδινή σιγή
και χαιρετώ τις ψυχές
των πραγμάτων.
Πίσω απ’ τις ανθισμένες αχλαδιές
με κοιτάζει θλιμμένη
η σκιά σου.
Αδελφή μου, δε σε λησμόνησα.
Βυθομετρώ την καλοσύνη
με τη δική σου επιείκεια.
Μοιράζω χαμόγελα
στις γραμμές και στα σχήματα
που φωτίστηκαν απ’ το άγιο σου φέγγος.
Μα ενώ σου μαζεύω
μια δέσμη μαργαρίτες
απ’ τους αγρούς της εσπέρας,
εσύ, αδελφή μου,
μ’ έξαλλα μάτια
σπαθίζεις το στερέωμα
χωρίς να μαντεύεις
πως οι καθρέπτες των όντων
ζωντανεύουν την εικόνα σου
μες από στρώματα σιωπής κ’ ευλάβειας.


ΑΔΕΛΦΗ μου, σούχα τάξει
ν σου φέρω τ’ αθάνατο νερό.
Σούχα τάξει να ρίξω τον ήλιο
στην ποδιά σου.
Τώρα κραυγάζεις:
«Αδελφέ μου, διψώ’
πούναι τ’ αθάνατο νερό
να ξεδιψάσω;
Αδελφέ μου, κρυώνω’
πούναι ο ήλιος
να ζεστάνω τα χέρια μου;»
Και μένω ασάλευτος κι ανήμπορος.
Εγώ που περιπλανήθηκα
στους ουρανούς
δε δύναμαι να διατρέξω
μια σπιθαμή γης.
Κάτω απ’ το χιόνι ακούω
τις ρίζες του παλιού μας κήπου
να με δένουν στο χώμα.
Κ’ έχω ξεχάσει να βαδίζω.
Σκύβω πάνω απ’ το χάος
της ψυχής σου
γεμάτος δέος.
Τ’ άστρα συγκρούονται
στους βυθούς των ματιών σου
κ’ οι μάχες των θεών
ματώνουν τα σπλάχνα σου.
Πώς να πλάσω την πυρκαϊά σου
σε ψυχρή προτομή νηνεμίας;
Είχα πιστέψει κάποτε στον ουρανό,
μα εσύ μούδειξες
τα βάθη της θάλασσας
με τις νεκρές πολιτείες
με τα λησμονημένα δάση
με τους πνιγμένους θορύβους
Και τώρα ο ουρανός βυθίστηκε
-πληγωμένος γλάρος-
μέσα στη θάλασσα.
Το χέρι μου που σούχτιζα
γεφύρι της αβύσσου
γκρεμίστηκε.
Κοίταξε με,
πόσο γυμνός και πόσο αθώος
κείτομαι εμπρός σου.
Κρυώνω, αδελφή μου.
Ποιος θα μας φέρει πια τον ήλιο
να ζεστάνουμε τα χέρια μας;
Σωπαίνω κι αφουγκράζομαι.
Κανείς δεν περνά
στο νύχτιο δρόμο.
Τ’ άστρα ναυάγησαν
στα σκουριασμένα μάτια
του μαδημένου αετού
που ταλαντεύεται στο χείλος
των σκοτεινών επάλξεων.
Τα δεμένα σου χέρια
φράζουν την έξοδο.
Μόνο η φωνή σου περιτρέχει
τους διαδρόμους της νύχτας
χτυπώντας το μακρύ της ξίφος
πάνω στις πλάκες.
Είναι αργά.
Μήτε ο θάνατος με δέχεται
μήτε η ζωή.
Πού θα πάω;


ΑΔΕΛΦΗ μου, απατήθηκα.
Δεν είμαι θεός.
Δεν ορίζω τίποτα.
Στην πυρκαϊά σου εξάτμισα
την υδάτινη εξουσία μου.
Καθώς ετίναξες
τη χρυσή στάχτη του φωτός
απ’ τα ματόκλαδα της πλάσης
ατένισα στο δειλινό σου ορίζοντα
τους μεγάλους σταυρούς της ανθρωπότητας
κι αγάπησα τους λυπημένους ανθρώπους
που περνούν σιωπηλοί –λευκά ποίμνια
σφραγισμένα στο μέτωπο
με την κόκκινη βούλα.
Την ιστορία του κόσμου διάβασα
σε μια σταγόνα του δικού σου αίματος.
Ω, άνθρωποι, ω, αδέλφια μου,
της αδελφής μου αδέλφια,
στην απέραντη θάλασσα της καρδιάς σας
καταποντίζονται τα όνειρα πλησίστια,
η αλαζονεία των στοχασμών
κ’ οι απαθείς ρεμβασμοί των Θεών.
Πόσα ταξίδια κάνατε!
Και δε φέρατε πίσω μαζί σας
μήτε μια εικόνα βλάστησης
να στολίσετε τ’ άδειο σας σπίτι,
μήτε ένα κοχύλι
από κείνα που απόρριξαν
στη στεριά οι τρικυμίες
-φεγγερό κειμήλιο κι άγρυπνο κλειδί-
να κλειδώνετε την πόρτα σας
όταν φυσούν τις νύχτες οι άνεμοι.
Τα μάτια σας μένουν για πάντα
στενά κι αθώα
-δυό σταγόνες βροχής χρωματισμένες
με σιωπή κι απορία.
Δεν έχετε κανένα καταφύγιο.
Πεθαίνετε χωρίς ανάσταση
χωρίς να βρεθεί
ένα ρόδινο χείλι παιδιού
να ξαναπεί τ’ όνομα σας
κάτω απ’ τον ήρεμο ουρανό
του νέου Μαΐου.
Όμως εγώ
τη μνήμη σας είδα να ζυγιάζεται
-σεπτό περιστέρι,
στης αδελφής μου τον ώμο.
Αδέλφια μου,
δεχτείτε τον αποστάτη
στον πλατύ κόρφο σας.
Με τα δάκρυα πλένω
τα πληγωμένα πόδια σας.
Με τα δάκρυα καθαρίζω τα χέρια μου
απ’ τη σκόνη της περηφάνειας
για ν’ αξιωθώ να χαϊδέψω τα μαλλιά σας.


ΑΔΕΛΦΗ μου,
έλα να γείρουμε
σαν άρρωστα παιδιά
πάνω απ’ τον άϋλο κήπο
που βυθίστηκε μέσα μας,
ν’ ακούσουμε
το λειωμένο άρωμα
που αμελημένο καταστάλαξε
σε μια θαμπή γωνιά της καρδιάς μας.
…Τις θερινές νύχτες
εκστατικοί θωρούσαμε
το μεγάλο φεγγάρι ν’ αναδύεται
απ’ το γιαλό της πατρίδας μας.
Ο ασημένιος δρόμος μας ταξίδευε
στους γαλάζιους ψιθύρους της πλάσης.
Η μητέρα παράστεκε
-λευκός άγγελος
στις λευκές νύχτες.
Ακούγαμε
τη μακρινή φωνή της
και το γλυκό θρό της εσθήτας της
ενώ τα μάτια μας έγερναν
στον έναστρο ύπνο.
Α, η γλυκειά προστασία
που αγρυπνούσε στο πλευρό μας
ζεσταίνοντας
τα γυμνά πουλιά των ονείρων μας.
Άχνη από φέγγος μας τύλιγε
και φεύγαμε, αδελφούλα μου,
ανάμεσα ουρανού και θάλασσας.
…Κ’ ύστερα
οι κλεισμένες πόρτες
τ’ αδιάφορα παράθυρα
οι γυρισμένες πλάτες.
Η φωνή της μητέρας νεκρή.
Μόνοι
πιασμένοι απ’ το χέρι
μέσα στις άγνωστες πολιτείες
-δυό μικροί επαίτες
του ζεστού μας ονείρου
κάτω απ’ το ραγισμένον ουρανό.
Δε μας απόμεινε πια σκέπη
ούτε ραβδί.
Όμως γνωρίζουμε ακόμη
ν’ αγαπιόμαστε
και ν’ αγαπάμε.
Κουραζόμουνα κ’ έγερνα πάνω σου.
Στύλωνες τα μάτια σου στα μάτια μου
κ’ έφερνες ξανθές ανεμώνες
απ’ το μόχθο σου στ’ όνειρο μου.
Αδελφή μου,
σίμωσε πάλι να φιλήσεις
το μέτωπο μου που φλέγεται.
Κοίτα,
σου ανοίγω το μικρό φεγγίτη
και μια λοξή αχτίνα
χαράζει τον ίσκιο του προσώπου σου.
Παραμέρισε τη νύχτα
κ’ έλα κοντά μου
να πιαστούμε, όπως τότε, απ’ το χέρι
και να περάσουμε στις ψυχρές πολιτείες
-δυό μικροί επαίτες
του παλιού μας ονείρου,
-δυό μεγάλοι πρίγκηπες
της αγάπης.


ΘΥΜΑΣΑΙ;
Σούχε χαρίσει κάποτε η μητέρα
ένα ρόδινο φόρεμα
και μια μικρή ρόδινη ομπρέλα.
Ανέβαινες την ανθισμένη πλαγιά
το εαρινό πρωινό
ανάλαφρη και διάφανη
-ένα ρόδινο νέφος φωτός.
Κοιτούσες τον ουρανό
σαν κάτι από ψηλά να σε καλούσε.
Μόνο οι θλιμμένες πλεξίδες
των μαύρων μαλλιών σου
βάραιναν τη λεπτή σου ράχη.
Φοβόμουν
μήπως μιαν ώρα χαθείς
όμοια με ρόδινο φως
μέσα στη δύση.
Μάζευα τότε
όστρακα στιλπνά
και πολύχρωμα βότσαλα
απ’ τ’ ακρογιάλι του νησιού μας
για να δω τα μάτια σου
να χαμογελούν
και να μαζέψω την καρδιά σου
που διαλυόταν αθόρυβα
στη θλίψη του κόσμου.
Μα δεν ήξερες να γελάς.
Έκανα φτερά τα δάκρυα σου
κ’ έφευγα μακριά για να σου φέρω
τη γύρη του αιθέρα
να ραντίσω τη σιωπή σου.
Όμως δεν ήξερες να δέχεσαι.
Χάριζες.
Μόνο χάριζες.
Όλα τα δώρα σου
τα μοίρασες
κ’ έμειναν άδειες
οι παλάμες σου.
Έγειρες το κεφάλι
-πικραμένο πουλί,
στη σκοτεινή φτερούγα σου
και τραγούδησες το απίστευτο τραγούδι
του πληγωμένου σύμπαντος.
Αδελφή μου,
ύψωσε το κεφάλι.
Σκύβω σιμά σου και σου φέρνω
τους παιδικούς μας όρθρους
ν’ αναπνεύσεις βαθιά
την αλμύρα του νησιού μας,
τους βραδινούς φλοίσβους
και περνώντας την ομίχλη του νόστου
ν’ αράξεις κοντά μου.
Γύρισε, αδελφή μου,
στη μικρή Βηθλεέμ
που μας γέννησε ωραίους και ταπεινούς
κ’ εγώ, θα δεις, θα μαδήσω
τα όνειρα των Ιεροσολύμων
που μ’ έπαιρναν μακριά σου
και θα μείνω για πάντα στο πλάι σου
-ένα σεμνό τριζόνι,
για να σου τραγουδώ
τα βράδια του έαρος.
Δε μ’ ακούς;


ΟΛΑ μ’ αρνήθηκαν,
Όλα τ’ αρνήθηκα.
Δε με παρηγορεί ούτε η σκέψη..
Ότι αγάπησα
μου το πήρε ο θάνατος
κ’ η τρέλα.
Έμεινα μόνος
κάτω απ’ τα ερείπια του ουρανού μου
ν’ αριθμώ τους θανάτους.
Η καταιγίδα σάρωσε απ’ το δρόμο μου
τα λευκά χνάρια του Θεού.
Δε μπορώ να ξαναβρώ το θάνατο.
Οι αγαπημένου μου νεκροί
με ανάστησαν
για να τους κλαίω.
Κι όμως
ο ρημαγμένος μύλος
γυρίζει ακόμη τα φτερά του
πάνω απ’ τους θερισμένους κάμπους,
στην ερημία
των δειλινών ουρανών.
Ω, αυτά τα φτερά
εγγίζουνε τα βλέφαρα μου
με την άρρωστη κίνηση
των διαβασμένων βιβλίων
κι ακολουθώ
το ξένο πρόσταγμα τους
δίχως βουλή και δίχως λήθη.
Ας κοιμηθούν επιτέλους
αυτά τα φτερά που σχεδιάζουν
κουρασμένες χειρονομίες
πληγωμένων πουλιών
στα κατηφή νέφη
του αιώνιου φθινοπώρου.


ΠΟΣΟ ψυχρά με βλέπουν απόψε
οι φωνές και τα χρώματα.
Η δύση σέρνει το χρυσό χαιρετισμό της
πάνω στους ώμους των πραγμάτων.
Τι θέλει αυτό το ρόδινο φως;
Γιατί αυτή η επίδειξη
της αδιάφορης τελετής;
Γιατί αυτή η πρόκληση σε μένα;
Τα δέντρα κ’ η σιωπή
Ντύθηκαν το πομπώδες χρώμα
ρητόρων που αγορεύουν
μπροστά σε αγάλματα τυφλά.
Ω, πως μισώ
τα μαλακά νέφη
που ακινητούν διάπυρα
μέσα στο αυτάρεσκο φως.
Δε με γνωρίζουν
οι αρχαίοι φίλοι μου;
Όχι’
δε μου χρειάζεται τίποτε.
Δεν αρμόζει σε μένανε ο οίκτος.
Εγώ δαγκώνω τα χείλη μου
και πίνω το αίμα μου.
Δεν καταδέχομαι
τη νεκρήν ομορφιά τους.
-Ουρανέ, τι κομπάζεις;
Εγώ, που συνθλίβομαι
κάτω απ’ το πέλμα σου,
θα ξεπεράσω το παγωμένο σου κάλλος
με το ζεστό μου τραγούδι.


ΑΔΕΛΦΗ μου,
μονάχα εσύ μου απόμενες
ν’ ακουμπώ στην καρδιά σου
και ν’ ακούω το σφυγμό των ανθρώπων.
Κάτω απ’ τους θόλους των ματιών σου
ταξίδευε η ζωή μου.
Ερχόσουν ελαφρή και στοργική
τα βράδια που σκυφτός κι αμίλητος
έγραφα στίχους οργισμένους
για τους ασώπαστους πολέμους
του φωτός και του αίματος.
Την παρουσία σου μάντευα
πίσω απ’ τη νύχτα.
Τ’ αγιόκλημα
των τρυφερών ωρών
γέμιζε την τεφρή μου στέγη
μόλις ακούγονταν το βήμα σου.
Χαμογελούσες
κ’ έμπαινε ακέραιος ο ουρανός
μέσα στο δώμα μου.
Γλαυκές ανταύγειες
κυμάτιζαν στους τοίχους
κ’ η ανάμνηση της εξοχής
φλοίσβιζε στην αφή μου.
Όταν γυρνούσα λυγισμένος
απ’ τις νυχτερινές περιπλανήσεις
κι απ’ την περήφανη πικρία της μόνωσης,
έβρισκα το δείπνο της αγάπης
ν’ αχνίζει στο τραπέζι
κ’ η παιδική μνήμη
-λεπτή πεταλούδα,
έπαιζε γύρω απ’ τη λάμπα σου.
Αγρυπνούσες
περιμένοντας την επιστροφή μου.
Κι όταν εγώ,
του Απείρου ο εραστής,
βυθιζόμουν στους ίσκιους
και στις αμφιβολίες του αιθέρα,
εσύ
μ’ ένα δάχτυλο ζεστό
μούδειχνες την τέφρα μου
σε ανθρώπινο σχήμα.
Μοιραζόμουν
το δικό σου σκαμνί
κ’ έτσι κρατούσα
μια θέση στη γη.
Μετρούσα τον καιρό
με το σφυγμό σου.
Αφουγκραζόμουν
κάπου σιμά να πέφτουν
στάλες δροσιάς
από κρυμμένη πηγή.
Κ’ η πηγή πέθανε.
Έφυγες.
Απόσυρες τον ουρανό
-γαλάζια σκόνη,
πίσω απ’ το βήμα σου.
Χιονίζει.
Ζωή, ζωή,
το στερνό σάρκινο ψίχουλο
μου το πήρες.
Δεν έχω δάκρυ πια.
Δεν έχω δέος.
Δεν έχω τίποτ’ άλλο να μου πάρουν.
Πένης, γυμνός, και κατάμονος-
ιδού τα πλούτη μου
που κανείς δε μπορεί
να μου τα πάρει.
Δε θα χτυπήσω καμμιά πόρτα.
Δε θα υψώσω παράκληση καμμιά.
Δίχως ψωμί
δίχως δασάκι
δίχως χαλκά
παίρνω το δρόμο της δύσης
με βήματα πλατιά και σταθερά,
γυμνός και πλήρης,
άξιος να εγγίσω το Θεό.


ΕΝΑ υπόλευκο νέφος
αγρυπνισμένης σελήνης
διαλύεται αργά
στη γαλανότητα του όρθρου.
Τα τζάμια της παραλίας
-λιτανεία δακρυσμένων ματιών-
ξαναδίνουν
σε κάτωχρες αναπαραστάσεις
την άρρωστη δύση του φεγγαριού.
Ω, αυτές οι δύσεις
που αμφιβάλλουν το ίδιο
και για τη νύχτα
και για την ημέρα
κ’ αιωρούνται αστάθμητες.
Κάτω,
η τεφρή θάλασσα
υποψιάζεται την κυανή φρικίαση
που αργοπορεί
στους λεπτούς ώμους
των γλάρων.
Τα κατάρτια σκιώδη
ρυτιδώνουν τον ορίζοντα
ακίνητα
στην προετοιμασία της κίνησης.
Για νέο ταξίδι;
Για νέα επιστροφή;
Η ομίχλη επιβραδύνει
την επαλήθευση του ήλιου.
Η επανάληψη
ποτέ δεν είναι επανάληψη.
Το κέρδος
και η απώλεια
αφήνουν τα ίχνη τους
πάνω στο υπόλευκο φεγγάρι
που εξατμίζεται αργά
στην αυγή.
Από μακριά φτάνουν οι γλάροι,
χαιρετούν
τ’ αραγμένα πλοία,
κυκλώνουν
-ένα σύμπλεγμα κρίνων-
τις άγκυρες που σκούριασαν.
Αδελφή μου,
η ακτή σου απομακρύνεται.
Το ταξίδι της εξερεύνησης αρχίζει.
Ένα χαμόγελο φωτός διαγράφεται
στο μισάνοιχτο βλέφαρο
τ’ ουρανού και της θάλασσας.


ΑΔΕΛΦΗ μου
μια φωτεινή γραμμή
περιχαράζει
την κλεισμένη θύρα μας.
Η ανάρρωση πλημμυρίζει
με θαλάσσιους βόμβους
τον σταματημένο αέρα.
Μια χρυσόμυγα ενοχλεί
τα κλειστά τζάμια.
Η ήλιος εισρέει
στην αταξία του δωματίου
και το απαράδεχτο ρίγος του
μας εξουσιάζει.
Ποιο χέρι ευλογίας
σχεδίασε τη σκιά του
στους ψυχρούς τοίχους;
Ιδού το τρόπαιο της ζωής
πάνω από τις γονυκλισίες.
Ιδού η σημαία του έαρος
πάνω απ’ τους τύμβους.
Τα συσπασμένα σεντόνια
ορθώνονται
-ιστία σε καράβια.
Το κρεββάτι κινείται.
Αναπνοή.
Απορροφητική διαστολή.
Υπακούω στο κέλευσμα.
Ανοίγω τα χέρια και δέχομαι
το αναντίστατο.
Τα ωραία πρόσωπα
των γυναικών παρελαύνουν
-φωτεινή πομπή
πάνω στη σάρκα μου.
Μετέωρα τα εωθινά χελιδόνια
αποσύρουν τα χέρια της ομίχλης
απ’ το μέτωπο μου.
Δεν μπορώ πια να κλάψω.
Το Τραγούδι με υπέταξε.
Το Τραγούδι μου χάρισε τη νίκη.


ΗΛΙΟΣ, ήλιος.
Τα χιονισμένα τοπία
λειώνουν μέσα στα μάτια μου.
Το νευρώδες τραγούδι ανεβασμένο
στη σκαλωσιά τ’ ουρανού
χτίζει με μπράτσα γυμνά
το σπίτι μου.
Το φως κελαρύζει
στους μυς της φωνής μου.
Ακούω τους κρίκους
που πέφτουν και σπουν.
Ακούω τους λευκούς ιππείς
που περνούν απ’ έξω τραγουδώντας
πολεμικά εμβατήρια.
Πάνω απ’ την πρωινή θάλασσα
τα παράθυρα ανοίχτηκαν διάπλατα.
Το κατώφλι μου γελά
διεσταλμένο βλέφαρο.
Αδελφή μου,
δε μπορώ πια να μείνω.
Η απουσία μου θα σου φέρει
τ’ αθάνατο νερό.
Κ’ εγώ που δε δυνήθηκα
να σε σώσω απ’ τη ζωή,
θα σε σώσω απ’ το θάνατο.
Να οι δρόμοι
στιλπνοί και ξάστεροι μες στη λιακάδα.
Παραμέρισε, αδελφή μου,
τα δεμένα σου χέρια να περάσω.
Έχω κρεμάσει στο στήθος μου
το φυλαχτό που μούραψες
ένα βράδι ανοιξιάτικο –θυμάσαι;-
σαν είμαστε πολύ μικρά παιδιά.
Είναι κει μέσα λίγο κόκκινο χώμα
να θυμίζει τη στερνή καταγωγή μας,
ένα ροδόφυλλο ξερό
απ’ τον κήπο του σπιτιού μας
και λίγη σκόνη απ’ τον τοίχο
της τελευταίας, μεγάλης ξενητειάς
που ξύσαμε μια νύχτα με τα νύχια μας.
Αντίο, αδελφή μου.
Φίλησε μου τα σπουργίτια της αυλής μας
τ’ αθώα παιδιά
τις λυπημένες μητέρες
που κεντούν πλάι στη λάμπα
και τους νέους που χτίζουν
ανύποπτοι κι ανένδοτοι
την πολιτεία τους
στα σύνορα της ζωής και του θανάτου.


ΤΩΡΑ αποδίδομαι στο σύμπαν.
Η ξανθή φύση
μ’ ένα πλατύ ριπίδι
από κλώνους φοινίκων
αερίζει τα μέλη μου
κ’ εξατμίζει το δάκρυ μου.
Η αναρίθμητη γεύση
της προαιώνιας υγείας
τραγουδάει στον ουρανίσκο μου
και σφίγγει τα ούλα μου
σαν άγουρους καρπούς.
Κοιτάω τον ουρανό
ρίχνοντας φιλικά στο χώμα
μια φούχτα σπόρους.
Αδελφή μου,
πιο πέρα από σένα κι από μένα,
πιο πέρα απ’ το θαμπό μας βλέμμα,
πιο πέρα απ’ τη θαμπή γραμμής της γης,
εκεί στη ρίζα του παντός
άκου το κύμα της ορμής
που υπέροχο, ανεξέλεγκτο κι αξήγητο
μας έπλασε και μας εξουσιάζει.
Τι να πούμε;
Ανοίγω τις πύλες
Μ’ έντρομο θαυμασμό
μπροστά στη Δημιουργία
κι αλλάζω την οδύνη σ’ έκσταση
και την κραυγή σε προσευχή.
Τα φωτεινά μαλλιά των οριζόντων
μου σκουπίζουν
τα ματωμένα πόδια μου
κι ανηφορίζω ελαφρός και χαρούμενος
προς τα ύψη του χαμόγελου.
Ήλιε, ήλιε,
πατέρα, προστάτη μου,
δέξου με τώρα.
Κανένας κρίκος δε μου δένει
τα φτερά μου στη γη.
Το φως ακμάζει πιο ψηλά
κι απ’ την αγάπη σου, αδελφή μου,
κι απ’ την αγάπη μου.
Το ήρεμο πρόσωπο
της αιωνιότητας
θραύει τους τρικυμισμένους καθρέπτες
των λυγμών
κι όμως ακόμη ακούμε εντός μας
των λυγμών την τρικυμία.

Νυχτερινή συγκέντρωση

 

Νυχτερινή συγκέντρωση

της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Το σπίτι της μητέρας μου

Έχει βαθιές ρωγμές στους τοίχους

Πίσω απ’τα εικονίσματα

Και τα παλιά κάδρα

Τα μεσάνυχτα

Βγαίνει ο παππούς μου ο καρβουνιάρης

Και μοιράζει κάρβουνα στους αγίους

Έπειτα κατεβαίνουν μαζί στο σαλόνι

Κι ανάβουν μια μεγάλη φωτιά

Να ζεστάνουν λίγο τα κοκαλάκια τους

Το πρωί που σηκώνεται η μητέρα μου

Το σπίτι της είναι ακόμα ζεστό