Για την Σαπφώ

για την σαπφω

της Αγγελικής Ζαντέ

Για την Σαπφώ θα γράψω

μην τύχει και ξεθάψω

σβησμένα κείμενα

λέξεις μουσικές και μετρημένες

μ’απόλυτη σοφία ζυγισμένες

 

Για την Σαπφώ θα γράψω

μην τύχει και ξεθάψω

αλλοιωμένους πάπυρους

ιαχές από κόρες σοφές

όλο γέλια κι όμως λυπημένες

 

Είν’ η Σαπφώ τώρα εδώ;

Οι κόρες οι σπουδαίες;

Κέλομαι σας

στο φως του ήλιου να σταθείτε

και την σοφία ελεύθερα πλέον να γευτείτε

 

 

 

 

 

Advertisements

Ύστερα

υστερα

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

Ύστερα σώπασαν τα γέλια

νότες κρυστάλλινες που μας γυρόφερναν, που μας τραβούσαν τα μαλλιά

κι ένα αεράκι φύσηξε τα χάρτινα ποτήρια

είχε ψυχρούλα τό’ νοιωσα

τα ολόδροσά τους κρύβανε τα πέταλα αργά οι μαργαρίτες

μη δείξουν βιαστικά πως φεύγαν πρώτες

 

Ύστερα πάψανε οι μουσικές

μια σκιά σκοτείνιασε τα πράσινα των φύλλων

μπήκαμε μέσα , πιο ζεστά, κι ανάψαμε τα φώτα

αυτόφωτοι καθώς ποτέ δε γίνηκε να ζούμε

τα σύννεφα βαφτήκαν γκρι, φορτώθηκαν σταγόνες

σαν ψέματα πως λίγο πριν τα γέλια μας τρομάζαν τα τζιτζίκια

 

Ύστερα τάχαμε όλα πει, και κάπως κουρασμένοι

ζαρώσαμε σε μια γωνιά, τα δέντρα θυμωμένα

χορεύαν τώρα στην αυλή

κι ο αέρας σκόρπιζε μπάσες κραυγές

απρόσκλητος έξω απ’ τις  πόρτες άρχοντας

βροντούσε να περάσει

 

Ύστερα γύρισα κι είχες χαθεί

και σ’ είχα τόσο ανάγκη

κάποιος χαμήλωσε το φως

άδεια μπουκάλια, άδειες καρδιές

μονάχα τα παράθυρα σε μια αντανάκλαση θυμούνται τη χαρά

τη ζήσαμε, ήταν όνειρο;

ήσουν στο πλάι μου άνοιξη;

ρωτάω μα μου απαντάει ο βοριάς

 

Ύστερα φύγανε οι μικροί

Ύστερα φύγαν όλοι

Μα δε θυμάμαι τι έγινε πριν

για δε μιλάς;

μου λείπεις

ο αέρας τρύπωσε με γρατζουνάει ειρωνικά

μου λείπεις

μα δε θυμάμαι αν σε συνάντησα ποτέ πραγματικά…

Never to dream of spiders

Audre-Lorde

by Audre Lorde

Time collapses between the lips of strangers
my days collapse into a hollow tube 
soon implodes against now
like an iron wall
my eyes are blocked with rubble 
a smear of perspectives
blurring each horizon 
in the breathless precision of silence
One word is made.

Once the renegade flesh was gone
fall air lay against my face 
sharp and blue as a needle
but the rain fell through October
and death lay a condemnation
within my blood.

The smell of your neck in August
a fine gold wire bejeweling war
all the rest lies
illusive as a farmhouse
on the other side of a valley
vanishing in the afternoon.

Day three day four day ten
the seventh step
a veiled door leading to my golden
anniversary
flameproofed free-paper shredded
in the teeth of a pillaging dog
never to dream of spiders
and when they turned the hoses upon me
a burst of light.

Ο λοιμός

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ιστορίες του Θουκυδίδη,[2.54.1]-[2.54.5], νεοελληνική απόδοση Αγγελικής Ζαντέ

[2.54.1]  Σε τέτοια παθήματα έχοντας περιπέσει οἱ  Ἀθηναῖοι  πιέζονταν,

γιατί οι άνθρωποι και πέθαιναν  εντός της πόλης  κι η γῆς ἔξω ρήμαζε.

[2.54.2]  μες τα δεινά  κάποιοι θυμήθηκαν  και το τραγούδι τούτο,

που λέγαν οἱ πρεσβύτεροι πως τραγουδιόταν  κάποτε

«θάρθει ο Δωρικὸς ο πόλεμος μαζί και ο λοιμὸς.»

[2.54.3]  Έριδα  ξέσπασε λοιπόν στους  ἀνθρώπους

ότι το τραγούδι δεν μίλαγε παλιότερα για τον  λοιμὸν-την ασθένεια,

ἀλλὰ τον λιμόν – την πείνα,

όμως φάνηκε ότι ἐνίκησε  ἐπὶ τοῦ παρόντος ότι έλεγε για τον λοιμὸν·

γιατί οἱ  ἄνθρωποι τὴν μνήμην χρησιμοποιούσαν ανάλογα μ΄αυτά που πάθαιναν.

Πιστεύω ότι αν κάποτε έρθει ἄλλος  Δωρικὸς  πόλεμος  μετά απ’ αυτόν

καὶ συμβῇ λιμός-πείνα,

θα τον τραγουδήσουν  έτσι ως λιμό-πείνα  όπως είναι φυσικό.

[2.54.4]   θυμήθηκαν οι επαΐοντες και τον χρησμό  προς  Λακεδαιμόνιους,

ὅταν αυτοί ρώτησαν τὸν θεὸν αν πρέπει να πολεμήσουν,

τους απάντησε ότι αν πολεμήσουν κατὰ κράτος θα νικήσουν,

καὶ αὐτὸς είπε ότι θα συμβάλει.

[2.54.5]  άρα όσα λοιπόν γίνονταν, είκαζαν, ότι όμοια εἶναι με τον χρησμό·

με την εισβολή τῶν Πελοποννησίων ἡ νόσος ξεκίνησε εὐθύς,

και στην μὲν Πελοπόννησον η νόσος δεν  ἐσῆλθεν,

σε σημείο ἄξιον να εἰπωθεί,

προξένησε μεν δεινά στην Ἀθήνα κυρίως,

ἔπειτα δὲ καὶ σ΄άλλα  χωριά  πολυανθρωπότατα.

Αυτά γίνονταν κατὰ τὴν διάρκεια της νόσου.


ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ [2.54.1]-[2.54.5]

 

[2.54.1]  Τοιούτῳ μὲν πάθει οἱ Ἀθηναῖοι περιπεσόντες ἐπιέζοντο,

ἀνθρώπων τ’ ἔνδον θνῃσκόντων καὶ γῆς ἔξω δῃουμένης.

[2.54.2]  ἐν δὲ τῷ κακῷ οἷα εἰκὸς ἀνεμνήσθησαν καὶ τοῦδε τοῦ ἔπους,

φάσκοντες οἱ πρεσβύτεροι πάλαι ᾄδεσθαι

«ἥξει Δωριακὸς πόλεμος καὶ λοιμὸς ἅμ’ αὐτῷ.»

[2.54.3]  ἐγένετομὲνοὖνἔριςτοῖςἀνθρώποις

μὴ λοιμὸν ὠνομάσθαι ἐν τῷ ἔπει ὑπὸ τῶν παλαιῶν,

ἀλλὰ λιμόν, ἐνίκησε δὲ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰκότως λοιμὸν εἰρῆσθαι·

οἱ γὰρ ἄνθρωποι πρὸς ἃ ἔπασχον τὴν μνήμην ἐποιοῦντο.

ἢν δέ γε οἶμαί ποτε ἄλλος πόλεμος καταλάβῃ

Δωρικὸς τοῦδε ὕστερος καὶ ξυμβῇ γενέσθαι λιμόν,

κατὰ τὸ εἰκὸς οὕτως ᾄσονται.

[2.54.4]   μνήμη δὲ ἐγένετο καὶ τοῦ Λακεδαιμονίων χρηστηρίου τοῖς εἰδόσιν,

ὅτε ἐπερωτῶσιν αὐτοῖς τὸν θεὸν

εἰ χρὴ πολεμεῖν ἀνεῖλε κατὰ κράτος πολεμοῦσι νίκην ἔσεσθαι,

καὶ αὐτὸς ἔφη ξυλλήψεσθαι.

[2.54.5]  περὶ μὲν οὖν τοῦ χρηστηρίου τὰ γιγνόμενα ᾔκαζον ὁμοῖα εἶναι·

ἐσβεβληκότων δὲ τῶν Πελοποννησίων ἡ νόσος ἤρξατο εὐθύς,

καὶ ἐς μὲν Πελοπόννησον οὐκ ἐσῆλθεν,

ὅτι καὶ ἄξιον εἰπεῖν,

ἐπενείματο δὲ Ἀθήνας μὲν μάλιστα,

ἔπειτα δὲ καὶ τῶν ἄλλων χωρίων τὰ πολυανθρωπότατα.

ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὴν νόσον γενόμενα.

 

Δεν είναι δάκρυ

Αγιόκλημα

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

Ο ήλιος καίει στον ουρανό το δικό μας

πως να κρυφτείς σε τόσο φως

πού νάβρεις σκοτεινή γωνιά για ν’ακουμπήσεις τον πόνο σου

όλα γελάνε σε τούτη τη φύση

σε παρασέρνουν

τα σύννεφα, το πέλαγος, οι αρχαίοι θεοί

λάμπουν αυθάδικα

και σε καλούν σε λάγνους τόπους

ξυπνάς και μια δροσοσταλίδα κυλάει ανάλαφρα

σαν την υδρόγειο

δάκρυ ζεστό την πήρε το κατόπι

“δεν είμαι δάκρυ, είμαι η υδρόγειος

μού’κλεψες τ’όνειρο το χτεσινό

κι εκεί που τόβρεχα ήρθε και άνθισε

κι εγώ μεγάλωσα όπως τ’αγιόκλιμα

αντί να κλαίω μοσχοβολώ”

 

Tόσο κοντά και τόσο μακριά

black dream

της Έφης Καραλέξη

 

Στην άκρη της λέξης,

στο τελευταίο σύμφωνο

ή

στο τελευταίο φωνήεν

παραμονεύει η έκπληξη

 

Κραυγή σε πράσινο

%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%85%ce%b3%e1%bc%a0

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

Μια λάμπα σκόρπιζε φωτιές αλλόκοτες

πράσινα δάχτυλα σου σφίγγαν το λαιμό

η ομίχλη βάραινε

κοιτούσες αόριστα τους κώδικες που φτιάχνει η απουσία

τους χτύπους μιας μυστήριας γιορτής αφουγκραζόσουν

όλα τα χρώματα θαρρείς βουτήχτηκαν

σκουρύναν μαύρισαν

να ΄ναι η καρδιά σου αυτά τα τύμπανα;

νά ΄ναι τραγούδι οι κραυγές που κρύβεις κάτω απ’ το πόδι σου το νευρικό;

ο τοίχος άλλαξε, οι σκιές ασήκωτες

εσύ, μ’ ένα χαμόγελο ειρωνικό

αδέξια πάσχιζες να ντύσεις το θυμό σου

κρυμμένος στην πράσινη άλω δείχνεις σκληρός, φαίνεσαι ανίκητος

μα νικημένο μου

μέσα στα χρώματα και τους καπνούς

σπουργίτι αλήτη κάπου θα σού ‘πεσαν τα νύχια τα γαμψά

κάπου θα ξέχασες τ’ αετίσιο βλέμμα σου κι εκείνα τα παράταιρα φτερά

γιατί σε βλέπω κι ακούω το θρήνο σου

γιατί η απόσταση έγινε τοίχος από φωτιά

μα τα σπουργίτια είναι καλύτερα στις αποδράσεις

απ’ τις σχισμές πού ΄χεις για μάτια μπορείς να φεύγεις και να γυρνάς

σπουργίτι ελεύθερο η πανοπλία ήταν το βάρος

που σε κρατούσε μες στους καπνούς…