Ο λοιμός

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ιστορίες του Θουκυδίδη,[2.54.1]-[2.54.5], νεοελληνική απόδοση Αγγελικής Ζαντέ

[2.54.1]  Σε τέτοια παθήματα έχοντας περιπέσει οἱ  Ἀθηναῖοι  πιέζονταν,

γιατί οι άνθρωποι και πέθαιναν  εντός της πόλης  κι η γῆς ἔξω ρήμαζε.

[2.54.2]  μες τα δεινά  κάποιοι θυμήθηκαν  και το τραγούδι τούτο,

που λέγαν οἱ πρεσβύτεροι πως τραγουδιόταν  κάποτε

«θάρθει ο Δωρικὸς ο πόλεμος μαζί και ο λοιμὸς.»

[2.54.3]  Έριδα  ξέσπασε λοιπόν στους  ἀνθρώπους

ότι το τραγούδι δεν μίλαγε παλιότερα για τον  λοιμὸν-την ασθένεια,

ἀλλὰ τον λιμόν – την πείνα,

όμως φάνηκε ότι ἐνίκησε  ἐπὶ τοῦ παρόντος ότι έλεγε για τον λοιμὸν·

γιατί οἱ  ἄνθρωποι τὴν μνήμην χρησιμοποιούσαν ανάλογα μ΄αυτά που πάθαιναν.

Πιστεύω ότι αν κάποτε έρθει ἄλλος  Δωρικὸς  πόλεμος  μετά απ’ αυτόν

καὶ συμβῇ λιμός-πείνα,

θα τον τραγουδήσουν  έτσι ως λιμό-πείνα  όπως είναι φυσικό.

[2.54.4]   θυμήθηκαν οι επαΐοντες και τον χρησμό  προς  Λακεδαιμόνιους,

ὅταν αυτοί ρώτησαν τὸν θεὸν αν πρέπει να πολεμήσουν,

τους απάντησε ότι αν πολεμήσουν κατὰ κράτος θα νικήσουν,

καὶ αὐτὸς είπε ότι θα συμβάλει.

[2.54.5]  άρα όσα λοιπόν γίνονταν, είκαζαν, ότι όμοια εἶναι με τον χρησμό·

με την εισβολή τῶν Πελοποννησίων ἡ νόσος ξεκίνησε εὐθύς,

και στην μὲν Πελοπόννησον η νόσος δεν  ἐσῆλθεν,

σε σημείο ἄξιον να εἰπωθεί,

προξένησε μεν δεινά στην Ἀθήνα κυρίως,

ἔπειτα δὲ καὶ σ΄άλλα  χωριά  πολυανθρωπότατα.

Αυτά γίνονταν κατὰ τὴν διάρκεια της νόσου.


ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ [2.54.1]-[2.54.5]

 

[2.54.1]  Τοιούτῳ μὲν πάθει οἱ Ἀθηναῖοι περιπεσόντες ἐπιέζοντο,

ἀνθρώπων τ’ ἔνδον θνῃσκόντων καὶ γῆς ἔξω δῃουμένης.

[2.54.2]  ἐν δὲ τῷ κακῷ οἷα εἰκὸς ἀνεμνήσθησαν καὶ τοῦδε τοῦ ἔπους,

φάσκοντες οἱ πρεσβύτεροι πάλαι ᾄδεσθαι

«ἥξει Δωριακὸς πόλεμος καὶ λοιμὸς ἅμ’ αὐτῷ.»

[2.54.3]  ἐγένετομὲνοὖνἔριςτοῖςἀνθρώποις

μὴ λοιμὸν ὠνομάσθαι ἐν τῷ ἔπει ὑπὸ τῶν παλαιῶν,

ἀλλὰ λιμόν, ἐνίκησε δὲ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰκότως λοιμὸν εἰρῆσθαι·

οἱ γὰρ ἄνθρωποι πρὸς ἃ ἔπασχον τὴν μνήμην ἐποιοῦντο.

ἢν δέ γε οἶμαί ποτε ἄλλος πόλεμος καταλάβῃ

Δωρικὸς τοῦδε ὕστερος καὶ ξυμβῇ γενέσθαι λιμόν,

κατὰ τὸ εἰκὸς οὕτως ᾄσονται.

[2.54.4]   μνήμη δὲ ἐγένετο καὶ τοῦ Λακεδαιμονίων χρηστηρίου τοῖς εἰδόσιν,

ὅτε ἐπερωτῶσιν αὐτοῖς τὸν θεὸν

εἰ χρὴ πολεμεῖν ἀνεῖλε κατὰ κράτος πολεμοῦσι νίκην ἔσεσθαι,

καὶ αὐτὸς ἔφη ξυλλήψεσθαι.

[2.54.5]  περὶ μὲν οὖν τοῦ χρηστηρίου τὰ γιγνόμενα ᾔκαζον ὁμοῖα εἶναι·

ἐσβεβληκότων δὲ τῶν Πελοποννησίων ἡ νόσος ἤρξατο εὐθύς,

καὶ ἐς μὲν Πελοπόννησον οὐκ ἐσῆλθεν,

ὅτι καὶ ἄξιον εἰπεῖν,

ἐπενείματο δὲ Ἀθήνας μὲν μάλιστα,

ἔπειτα δὲ καὶ τῶν ἄλλων χωρίων τὰ πολυανθρωπότατα.

ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὴν νόσον γενόμενα.

 

Δεν είναι δάκρυ

Αγιόκλημα

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

Ο ήλιος καίει στον ουρανό το δικό μας

πως να κρυφτείς σε τόσο φως

πού νάβρεις σκοτεινή γωνιά για ν’ακουμπήσεις τον πόνο σου

όλα γελάνε σε τούτη τη φύση

σε παρασέρνουν

τα σύννεφα, το πέλαγος, οι αρχαίοι θεοί

λάμπουν αυθάδικα

και σε καλούν σε λάγνους τόπους

ξυπνάς και μια δροσοσταλίδα κυλάει ανάλαφρα

σαν την υδρόγειο

δάκρυ ζεστό την πήρε το κατόπι

“δεν είμαι δάκρυ, είμαι η υδρόγειος

μού’κλεψες τ’όνειρο το χτεσινό

κι εκεί που τόβρεχα ήρθε και άνθισε

κι εγώ μεγάλωσα όπως τ’αγιόκλιμα

αντί να κλαίω μοσχοβολώ”

 

Tόσο κοντά και τόσο μακριά

black dream

της Έφης Καραλέξη

 

Στην άκρη της λέξης,

στο τελευταίο σύμφωνο

ή

στο τελευταίο φωνήεν

παραμονεύει η έκπληξη

 

Κραυγή σε πράσινο

%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%85%ce%b3%e1%bc%a0

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

Μια λάμπα σκόρπιζε φωτιές αλλόκοτες

πράσινα δάχτυλα σου σφίγγαν το λαιμό

η ομίχλη βάραινε

κοιτούσες αόριστα τους κώδικες που φτιάχνει η απουσία

τους χτύπους μιας μυστήριας γιορτής αφουγκραζόσουν

όλα τα χρώματα θαρρείς βουτήχτηκαν

σκουρύναν μαύρισαν

να ΄ναι η καρδιά σου αυτά τα τύμπανα;

νά ΄ναι τραγούδι οι κραυγές που κρύβεις κάτω απ’ το πόδι σου το νευρικό;

ο τοίχος άλλαξε, οι σκιές ασήκωτες

εσύ, μ’ ένα χαμόγελο ειρωνικό

αδέξια πάσχιζες να ντύσεις το θυμό σου

κρυμμένος στην πράσινη άλω δείχνεις σκληρός, φαίνεσαι ανίκητος

μα νικημένο μου

μέσα στα χρώματα και τους καπνούς

σπουργίτι αλήτη κάπου θα σού ‘πεσαν τα νύχια τα γαμψά

κάπου θα ξέχασες τ’ αετίσιο βλέμμα σου κι εκείνα τα παράταιρα φτερά

γιατί σε βλέπω κι ακούω το θρήνο σου

γιατί η απόσταση έγινε τοίχος από φωτιά

μα τα σπουργίτια είναι καλύτερα στις αποδράσεις

απ’ τις σχισμές πού ΄χεις για μάτια μπορείς να φεύγεις και να γυρνάς

σπουργίτι ελεύθερο η πανοπλία ήταν το βάρος

που σε κρατούσε μες στους καπνούς…

Θάνατος

%ce%b8%ce%ac%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82

της Αγγελικής Ζαντέ

Σήμερα,

δεν υπάρχει Σήμερα.

Αύριο,

δεν υπάρχει Αύριο.

Για το μεθαύριο

θα δω…

Προσφυγιά

του Νέστορα Ε. Φωκίδα  (ψευδώνυμο)

a-poor-girl-painting-by-gagandeep-kaur-crop

painting by Gagandeep Kaur

 

Δεν αφορώ μονάχα

της Ελλάδος τα παιδιά

Θα ξεσπώ σχεδόν παντού

Όπου υπάρχει φωτιά

Αφουγκράζομαι, θωρώ

Σπέρνω κλάμα και κακό

Πιστεύω στον πόλεμο,

απ΄αυτό ζω

Δυστυχισμένη είμαι

Συνεχίζω και πονώ

Ξάστερο τον ουρανό

δεν μπορώ να τον κρατώ

Υπήρξα και θα υπάρχω

Πάντα θα είμαι εδώ

Πόνο και δυστυχία

Μιά ζωή θα κοιτώ

Τώρα στη Μεσόγειο

-τότε στον Ινδικό-, ζω

Αγωνίζομαι να βρω

Κάτι το διαφορετικό

Δεν υπάρχει, το ψάχνω

Πάει λέω, θα τρελαθώ

Μια αιωνιότητα

Δεν φτάνει για να το βρω

Ένα πρόβλημα θα ‘μαι

Που δεν έχει μια λύση

Γεννήθηκα στον γκρεμό

Απ΄την άτιμη τη φύση

Ο καφές

%ce%ba%ce%b1%cf%86%ce%ad%cf%82

της Αγγελικής Ζαντέ

Πίνω!

τον πικρό καφέ του

παραλόγου

και

προσκαλώ τις

Μούσες

να φέρουν πίσω την

Αλήθεια και τα

Χρώματα