Ἀρχεῖο ἐτικεττῶν | αγγελική ζαντέ

Η λησμονιά

alain bosquet2

του Αλαίν Μποσκέ, μετάφραση Αγγελικής Ζαντέ

Ξεχνώ τον εαυτό μου. Ξεχνώ το σώμα μου.

Ξεχνώ τον σκελετό μου πως φαίνεται.

Ξεχνώ τον αιώνα και τη διακόσμηση,

τη γκρίζα μέρα και τις άσπρες νύχτες.

Ξεχνώ το δικαίωμα και την υποχρέωση,

το άτομο, τη δημοκρατία.

Ξεχνώ το δρόμο και το προάστιο,

την ενέδρα της μουσικής.

Ξεχνώ το ψωμί. Ξεχνώ την αγάπη.

Ξεχνώ την αδελφή μου, την  ευτυχισμένη γυναίκα,

και το μονοπάτι μες στο δάσος.

Ξεχνώ ότι η υπερηφάνεια μου με κατατρώει

κι η δίψα μου είναι μακριά

πριν από μια τρελή πηγή.

Ξεχνώ την πικρή μου αλήθεια

που υπακούει στον λόγο μου.

Ξεχνώ ότι δεν στάθηκα

στο ύψος των διλημμάτων μου.

Θυμάμαι ότι , μπροστά στα μάτια

και την μηδαμινότητα, αυτό το ποίημα,

αυτό το απόλυτο,

είναι κραυγή στο Θεό.


L’oublie

de Alain Bosquet

J’oublie ma peau. J’oublie mon corps.

J’oublie mon squelette qui penche.

J’oublie le siècle et le décor,

la journée grise et les nuits blanches.

J’oublie le droit et le devoir,

l’individu, la république.

J’oublie la rue et le faubourg,

les guet-apens de la musique.

J’oublie le pain. J’oublie l’amour.

J’oublie ma sœur, la femme heureuse,

et le chemin dans la forêt.

J’oublie que mon orgueil me creuse

et que ma soif est en arrêt

devant une fontaine folle.

J’oublie ma triste vérité,

qui obéit à ma parole.

J’oublie que je n’ai pas été

à la hauteur de mes dilemmes.

Je ne retiens, au fond des yeux

et du néant, que ce poème,

cet absolu,

ce cri vers Dieu.

Advertisements

Για την Σαπφώ

για την σαπφω

της Αγγελικής Ζαντέ

Για την Σαπφώ θα γράψω

μην τύχει και ξεθάψω

σβησμένα κείμενα

λέξεις μουσικές και μετρημένες

μ’απόλυτη σοφία ζυγισμένες

 

Για την Σαπφώ θα γράψω

μην τύχει και ξεθάψω

αλλοιωμένους πάπυρους

ιαχές από κόρες σοφές

όλο γέλια κι όμως λυπημένες

 

Είν’ η Σαπφώ τώρα εδώ;

Οι κόρες οι σπουδαίες;

Κέλομαι σας

στο φως του ήλιου να σταθείτε

και την σοφία ελεύθερα πλέον να γευτείτε

 

 

 

 

 

Ο λοιμός

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ιστορίες του Θουκυδίδη,[2.54.1]-[2.54.5], νεοελληνική απόδοση Αγγελικής Ζαντέ

[2.54.1]  Σε τέτοια παθήματα έχοντας περιπέσει οἱ  Ἀθηναῖοι  πιέζονταν,

γιατί οι άνθρωποι και πέθαιναν  εντός της πόλης  κι η γῆς ἔξω ρήμαζε.

[2.54.2]  μες τα δεινά  κάποιοι θυμήθηκαν  και το τραγούδι τούτο,

που λέγαν οἱ πρεσβύτεροι πως τραγουδιόταν  κάποτε

«θάρθει ο Δωρικὸς ο πόλεμος μαζί και ο λοιμὸς.»

[2.54.3]  Έριδα  ξέσπασε λοιπόν στους  ἀνθρώπους

ότι το τραγούδι δεν μίλαγε παλιότερα για τον  λοιμὸν-την ασθένεια,

ἀλλὰ τον λιμόν – την πείνα,

όμως φάνηκε ότι ἐνίκησε  ἐπὶ τοῦ παρόντος ότι έλεγε για τον λοιμὸν·

γιατί οἱ  ἄνθρωποι τὴν μνήμην χρησιμοποιούσαν ανάλογα μ΄αυτά που πάθαιναν.

Πιστεύω ότι αν κάποτε έρθει ἄλλος  Δωρικὸς  πόλεμος  μετά απ’ αυτόν

καὶ συμβῇ λιμός-πείνα,

θα τον τραγουδήσουν  έτσι ως λιμό-πείνα  όπως είναι φυσικό.

[2.54.4]   θυμήθηκαν οι επαΐοντες και τον χρησμό  προς  Λακεδαιμόνιους,

ὅταν αυτοί ρώτησαν τὸν θεὸν αν πρέπει να πολεμήσουν,

τους απάντησε ότι αν πολεμήσουν κατὰ κράτος θα νικήσουν,

καὶ αὐτὸς είπε ότι θα συμβάλει.

[2.54.5]  άρα όσα λοιπόν γίνονταν, είκαζαν, ότι όμοια εἶναι με τον χρησμό·

με την εισβολή τῶν Πελοποννησίων ἡ νόσος ξεκίνησε εὐθύς,

και στην μὲν Πελοπόννησον η νόσος δεν  ἐσῆλθεν,

σε σημείο ἄξιον να εἰπωθεί,

προξένησε μεν δεινά στην Ἀθήνα κυρίως,

ἔπειτα δὲ καὶ σ΄άλλα  χωριά  πολυανθρωπότατα.

Αυτά γίνονταν κατὰ τὴν διάρκεια της νόσου.


ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ [2.54.1]-[2.54.5]

 

[2.54.1]  Τοιούτῳ μὲν πάθει οἱ Ἀθηναῖοι περιπεσόντες ἐπιέζοντο,

ἀνθρώπων τ’ ἔνδον θνῃσκόντων καὶ γῆς ἔξω δῃουμένης.

[2.54.2]  ἐν δὲ τῷ κακῷ οἷα εἰκὸς ἀνεμνήσθησαν καὶ τοῦδε τοῦ ἔπους,

φάσκοντες οἱ πρεσβύτεροι πάλαι ᾄδεσθαι

«ἥξει Δωριακὸς πόλεμος καὶ λοιμὸς ἅμ’ αὐτῷ.»

[2.54.3]  ἐγένετομὲνοὖνἔριςτοῖςἀνθρώποις

μὴ λοιμὸν ὠνομάσθαι ἐν τῷ ἔπει ὑπὸ τῶν παλαιῶν,

ἀλλὰ λιμόν, ἐνίκησε δὲ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰκότως λοιμὸν εἰρῆσθαι·

οἱ γὰρ ἄνθρωποι πρὸς ἃ ἔπασχον τὴν μνήμην ἐποιοῦντο.

ἢν δέ γε οἶμαί ποτε ἄλλος πόλεμος καταλάβῃ

Δωρικὸς τοῦδε ὕστερος καὶ ξυμβῇ γενέσθαι λιμόν,

κατὰ τὸ εἰκὸς οὕτως ᾄσονται.

[2.54.4]   μνήμη δὲ ἐγένετο καὶ τοῦ Λακεδαιμονίων χρηστηρίου τοῖς εἰδόσιν,

ὅτε ἐπερωτῶσιν αὐτοῖς τὸν θεὸν

εἰ χρὴ πολεμεῖν ἀνεῖλε κατὰ κράτος πολεμοῦσι νίκην ἔσεσθαι,

καὶ αὐτὸς ἔφη ξυλλήψεσθαι.

[2.54.5]  περὶ μὲν οὖν τοῦ χρηστηρίου τὰ γιγνόμενα ᾔκαζον ὁμοῖα εἶναι·

ἐσβεβληκότων δὲ τῶν Πελοποννησίων ἡ νόσος ἤρξατο εὐθύς,

καὶ ἐς μὲν Πελοπόννησον οὐκ ἐσῆλθεν,

ὅτι καὶ ἄξιον εἰπεῖν,

ἐπενείματο δὲ Ἀθήνας μὲν μάλιστα,

ἔπειτα δὲ καὶ τῶν ἄλλων χωρίων τὰ πολυανθρωπότατα.

ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὴν νόσον γενόμενα.

 

Θάνατος

%ce%b8%ce%ac%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82

της Αγγελικής Ζαντέ

Σήμερα,

δεν υπάρχει Σήμερα.

Αύριο,

δεν υπάρχει Αύριο.

Για το μεθαύριο

θα δω…

Ο καφές

%ce%ba%ce%b1%cf%86%ce%ad%cf%82

της Αγγελικής Ζαντέ

Πίνω!

τον πικρό καφέ του

παραλόγου

και

προσκαλώ τις

Μούσες

να φέρουν πίσω την

Αλήθεια και τα

Χρώματα

 

Αυτοβιογραφία

leivaditis-tasos

του Τάσου Λειβαδίτη

Άνθρωποι που δε γνώρισα ποτέ μού δώσαν το αίμα μου και
τ’ όνομά μου
στην ηλικία μου χιονίζει, χιονίζει αδιάκοπα
μια κίνηση πάντα σα να ’θελα να προφυλαχτώ από ’να χτύπημα
δίψασα για όλη τη ζωή, κι όμως την άφησα
για ν’ αρπαχτώ απ’ τα πελώρια αγκάθια της αιωνιότητας,
η σάρκα μου ένας επίδεσμος γύρω απ’ το αυριανό μου τίποτα
κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει στον πόνο μου
εκτός απ’ τον ίδιο μου τον πόνο – είμαι εδώ, ανάμεσά σας,
κι ολομόναχος,
κ’ η ποίηση σα μια μεγάλη αλήθεια που την ανακαλύπτεις
ύστερ’ από χρόνια,
όταν δεν μπορεί να σου χρησιμέψει πια σε τίποτα.

Επάγγελμά μου: το ακατόρθωτο.

 


 

Autobiography

By Tasos Leivaditis, translated by Angela Zante

People who I never met gave me  my blood and
my name
at my age it snows, it snows incessantly
a move always as if I’d like to guard against a hit
I was thirsty for the whole life, yet I left
to be ravished  by  the huge thorns of eternity,
my flesh a bandage around  my tomorrows nothing
no one can help me in my pain
apart from my own pain – I’m here among you,
and all alone,
and ms poetry like a great truth to discover
after years,
when she cannot serve you anymore to anything
My profession: the impossible.

 

 

Ἐλπὶς ἐν ἀνθρώποισι

pandora

Θέογνις ὁ Μεγαρεύς

Ἐλπὶς ἐν ἀνθρώποισι μόνη θεὸς ἐσθλὴ ἔνεστιν͵
ἄλλοι δ΄ Οὔλυμπόν<δ΄> ἐκπρολιπόντες ἔβαν·
ὤιχετο μὲν Πίστις͵ μεγάλη θεός͵ ὤιχετο δ΄ ἀνδρῶν
Σωφροσύνη͵ Χάριτές τ΄͵ ὦ φίλε͵ γῆν ἔλιπον·
ὅρκοι δ΄ οὐκέτι πιστοὶ ἐν ἀνθρώποισι δίκαιοι͵
οὐδὲ θεοὺς οὐδεὶς ἅζεται ἀθανάτους.
εὐσεβέων δ΄ ἀνδρῶν γένος ἔφθιτο͵ οὐδὲ θέμιστας
οὐκέτι γινώσκουσ΄ οὐδὲ μὲν εὐσεβίας.
ἀλλ΄ ὄφρα τις ζώει καὶ ὁρᾶι φῶς ἠελίοιο͵
εὐσεβέων περὶ θεοὺς Ἐλπίδα προσμενέτω·
εὐχέσθω δὲ θεοῖσι͵ καὶ ἀγλαὰ μηρία καίων
Ἐλπίδι τε πρώτηι καὶ πυμάτηι θυέτω.
φραζέσθω δ΄ ἀδίκων ἀνδρῶν σκολιὸν λόγον αἰεί͵
οἳ θεῶν ἀθανάτων οὐδὲν ὀπιζόμενοι
αἰὲν ἐπ΄ ἀλλοτρίοις κτεάνοις ἐπέχουσι νόημα͵
αἰσχρὰ κακοῖς ἔργοις σύμβολα θηκάμενοι.

Η Ελπίδα στους ανθρώπους

του Θέογνη, απόδοση στα νεοελληνικά Αγγελική Ζαντέ

 

Η Ελπίδα στους ανθρώπους είν΄ η μόνη καλοκάγαθη θεά·

οι άλλοι θεοί  εγκαταλείποντάς τους,  στον Όλυμπο επήγαν.

Αναχώρησε η Πίστη, μεγάλη θεά, τους ανθρώπους άφησαν

η Σωφροσύνη κι οι Xάριτες και ω! φίλε τη γη εγκατέλειψαν·

οι όρκοι τώρα πιά δεν τηρούνται,

ούτε τους αθανάτους θεούς κανείς τιμά·

των ευσεβών ανθρώπων χάθηκε το γένος, ούτε τους νόμους

κανείς δεν αναγνωρίζει ούτε την ευσέβεια.

Αλλά όσο ζει κανείς και το φως του ήλιου βλέπει

αν είναι θεοσεβούμενος  ας προσμένει την Ελπίδα,

ας προσεύχεται στους θεούς καίγοντας αστραφτερά μηριά

τιμώντας  πρώτη και τελευταία την Ελπίδα.

Ας προσέχει πάντα τα ανέντιμα λόγια των αδίκων,

που καθόλου δεν λογαριάζουν τους αθάνατους θεούς

και πάντα αποβλέπουν σ΄ αλλότρια αγαθά

και με έργα κακόβουλα προωθούν τα αισχρά σχέδιά τους.