Ἀρχεῖο ἐτικεττῶν | Η σερβιτόρα

Η σερβιτόρα

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

sacra_certaldo_mosaico

Νωρίς που σκοτεινιάζει εδώ,

οι ανθρωποι κουρδισμένοι

– σαν τα μυρμήγκια –

βιάζονται να κρυφτούνε

κι εσύ με το χαμόγελο, σερβίρεις.

—-

Πήρες τον ήλιο της πατρίδας σου μακρυά

και τον μοιράζεις απλόχερα στον ξένο τόπο.

Φοβάσαι λιγάκι μα δεν το δείχνεις

κι ούτε πως νοιώθεις μοναξιά.

—-

Μακρυά απ’τα μέρη που έπαιζες μικρή

ζητάς να μη διαφέρεις,

μα όταν δυο λέξεις γνώριμες

σου φώτισαν το πρόσωπο,

ξεχύθηκε η μεσόγειος

– άντε να τη μαζέψεις –

έγινε θάλασσα η βροχή

κι ο κρύος αέρας, μπάτης.