Ἀρχεῖο ἐτικεττῶν | Μιρέλα Λαμπιδώνη

Φυγή

φυγη

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

Με ξέπλεκα μαλλιά

και τα κορδόνια σου λυτά

έτρεξες πάλι στο λιμάνι

ξανά γελάστηκες

κανένα πλοίο για σένα σήμερα

αύριο ίσως

ή ποτέ

Advertisements

Ύστερα

υστερα

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

Ύστερα σώπασαν τα γέλια

νότες κρυστάλλινες που μας γυρόφερναν, που μας τραβούσαν τα μαλλιά

κι ένα αεράκι φύσηξε τα χάρτινα ποτήρια

είχε ψυχρούλα τό’ νοιωσα

τα ολόδροσά τους κρύβανε τα πέταλα αργά οι μαργαρίτες

μη δείξουν βιαστικά πως φεύγαν πρώτες

 

Ύστερα πάψανε οι μουσικές

μια σκιά σκοτείνιασε τα πράσινα των φύλλων

μπήκαμε μέσα , πιο ζεστά, κι ανάψαμε τα φώτα

αυτόφωτοι καθώς ποτέ δε γίνηκε να ζούμε

τα σύννεφα βαφτήκαν γκρι, φορτώθηκαν σταγόνες

σαν ψέματα πως λίγο πριν τα γέλια μας τρομάζαν τα τζιτζίκια

 

Ύστερα τάχαμε όλα πει, και κάπως κουρασμένοι

ζαρώσαμε σε μια γωνιά, τα δέντρα θυμωμένα

χορεύαν τώρα στην αυλή

κι ο αέρας σκόρπιζε μπάσες κραυγές

απρόσκλητος έξω απ’ τις  πόρτες άρχοντας

βροντούσε να περάσει

 

Ύστερα γύρισα κι είχες χαθεί

και σ’ είχα τόσο ανάγκη

κάποιος χαμήλωσε το φως

άδεια μπουκάλια, άδειες καρδιές

μονάχα τα παράθυρα σε μια αντανάκλαση θυμούνται τη χαρά

τη ζήσαμε, ήταν όνειρο;

ήσουν στο πλάι μου άνοιξη;

ρωτάω μα μου απαντάει ο βοριάς

 

Ύστερα φύγανε οι μικροί

Ύστερα φύγαν όλοι

Μα δε θυμάμαι τι έγινε πριν

για δε μιλάς;

μου λείπεις

ο αέρας τρύπωσε με γρατζουνάει ειρωνικά

μου λείπεις

μα δε θυμάμαι αν σε συνάντησα ποτέ πραγματικά…

Δεν είναι δάκρυ

Αγιόκλημα

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

Ο ήλιος καίει στον ουρανό το δικό μας

πως να κρυφτείς σε τόσο φως

πού νάβρεις σκοτεινή γωνιά για ν’ακουμπήσεις τον πόνο σου

όλα γελάνε σε τούτη τη φύση

σε παρασέρνουν

τα σύννεφα, το πέλαγος, οι αρχαίοι θεοί

λάμπουν αυθάδικα

και σε καλούν σε λάγνους τόπους

ξυπνάς και μια δροσοσταλίδα κυλάει ανάλαφρα

σαν την υδρόγειο

δάκρυ ζεστό την πήρε το κατόπι

“δεν είμαι δάκρυ, είμαι η υδρόγειος

μού’κλεψες τ’όνειρο το χτεσινό

κι εκεί που τόβρεχα ήρθε και άνθισε

κι εγώ μεγάλωσα όπως τ’αγιόκλιμα

αντί να κλαίω μοσχοβολώ”

 

Κραυγή σε πράσινο

%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%85%ce%b3%e1%bc%a0

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

Μια λάμπα σκόρπιζε φωτιές αλλόκοτες

πράσινα δάχτυλα σου σφίγγαν το λαιμό

η ομίχλη βάραινε

κοιτούσες αόριστα τους κώδικες που φτιάχνει η απουσία

τους χτύπους μιας μυστήριας γιορτής αφουγκραζόσουν

όλα τα χρώματα θαρρείς βουτήχτηκαν

σκουρύναν μαύρισαν

να ΄ναι η καρδιά σου αυτά τα τύμπανα;

νά ΄ναι τραγούδι οι κραυγές που κρύβεις κάτω απ’ το πόδι σου το νευρικό;

ο τοίχος άλλαξε, οι σκιές ασήκωτες

εσύ, μ’ ένα χαμόγελο ειρωνικό

αδέξια πάσχιζες να ντύσεις το θυμό σου

κρυμμένος στην πράσινη άλω δείχνεις σκληρός, φαίνεσαι ανίκητος

μα νικημένο μου

μέσα στα χρώματα και τους καπνούς

σπουργίτι αλήτη κάπου θα σού ‘πεσαν τα νύχια τα γαμψά

κάπου θα ξέχασες τ’ αετίσιο βλέμμα σου κι εκείνα τα παράταιρα φτερά

γιατί σε βλέπω κι ακούω το θρήνο σου

γιατί η απόσταση έγινε τοίχος από φωτιά

μα τα σπουργίτια είναι καλύτερα στις αποδράσεις

απ’ τις σχισμές πού ΄χεις για μάτια μπορείς να φεύγεις και να γυρνάς

σπουργίτι ελεύθερο η πανοπλία ήταν το βάρος

που σε κρατούσε μες στους καπνούς…

Κύκλοι

circles

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

Δεν τόξερα τα κύματα πως δεν ταξίδεψαν ποτέ

φυλακισμένες ήτανε σε κύκλους σταγονίτσες

…………………………….

Θαρθεί ξανά μια μέρα που θάναι η τελευταία

θα κλείσει πια κι αυτός ο κύκλος

στη λήθη αδιάφορα θα κυλιστεί

ή θάβρει θέση ανάμεσα στα παραμύθια

που είναι η ζωή μου

κύκλοι χρυσοί ή από χαρτί από κάρβουνο ή γέλιο

δεν τόξερα σε κύκλους πως ακροβατώ

πως ξάφνου κλείνουν και κυλούν μακρυά

σαρώνοντας ασήκωτοι

ανθρώπους, όρκους, έρωτες

πως τόξα είναι οι μέρες μου που ψάχνουν

μονάχα νάβρουν ταιριαστό κενό

να συμπληρώνουν κύκλους

κι οι αναμνήσεις κι οι χαρές, πως μοιάζουν μπαλαρίνες

που στροβιλίζονται αφήνοντας τα χέρια

σκορπούν αδιάφορα ενώ εγώ τρέχω βιαστικά

δισχίζοντας το χρόνο

χάντρες πολύχρωμες γεμίζουνε το πάτωμα και σβήνουν

κι ανάμεσα

ξεχωριστά μετράω μαργαριτάρια

τα παραχώνω σε χαρτί, βαθιά μες στο συρτάρι

μη και χαθούν

μα σα βρεθούν

θυμώνει ο δερβίσης

γραπώνεται απ’ το μπράτσο μου

και συνεχίζω να γυρνάω

με μάτια βουρκωμένα

Διαδρομή

%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ae

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

 

Γέμισε όνειρα ο συρμός

στην πνιγηρή ατμόσφαιρα στριμώχνονται

ανάμεσα στα πόδια των ανθρώπων

φύλλα χρυσά και κόκκινα, ξερά του φθινοπώρου

της νύχτας πίκρες ή της μέρας ενοχές

του αύριο νότες που δεν παίχτηκαν ακόμη

καρφίτσες σ’ ένα χάρτη μυστικό

πούχες διπλώσει κι άφησες επίτηδες να πέσει…

Ανάμεσα σε τόση αδιάφορη υποταγή

ακόμα δείχνουν όμορφα

τα όνειρα τα ποδοπατημένα

 

Σε βλέπω με το βιβλίο στα γόνατα

ξέρω, δε θες ν’ αργήσεις στη δουλειά

μιας ξένης ζωής ανακατεύεις τα χρώματα

κι αδιόρατα με μυστικές κλωστές τη δένεις στη δική σου

αχ νάβλεπες πόσο φοβάται η ψυχή σου τούτη τη μουσική

τούτη τη θλιβερή συνάθροιση των σκυθρωπών

γιατι το ξέρει πως φτάνοντας

καθώς θα τρέχεις για να προλάβεις τις κυλιόμενες

θα το ξεχάσεις

θα μείνει ν’ αργοσέρνεται τ’ όνειρο, ν’ αργοπεθαίνει

στις φλέβες που τρέχουνε κάτω απ’ την πόλη

και θα θυμάσαι που τό τρεφες σα νάτανε παιδί

 

Πάλι κοιτάζω την εικόνα μου στο τζάμι

ψάχνω να βρω κάτι που ξέχασα μα πάει καιρός

κοιτάω συχνά κάθε που μπαίνω κι ασφυκτιώ

μα είναι τόσα πολλά κι ανάκατα

που βγαίνω πάντα με τ’ όνειρο κάποιου άλλου…

Ο φοίνικας κι η θάλασσα

της Μιρέλας Λαμπιδώνη

%cf%86%ce%bf%ce%af%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b1%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b8%ce%ac%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b1

Φυσάει

χορεύει ο φοίνικας πούχει τις δυό φωλιές

στα μούσια τα χορτάρινα κρυμμένες

μονάχα σπάει τη σιωπή το θρόισμα των φύλλων

ίδια η φωνή της θάλασσας έρχεται από κει πάνω

μιλούνε φαίνεται πολύ σαν είναι μόνοι

η θάλασσα κι ο φοίνικας

κι ας τρέμουν τα πουλάκια τα νιογέννητα σαν κάνει πως λυγάει

κι ας είν’ ψηλός αυτός κι εκείνη ας είναι αιώνια

έχουν να λένε

για κάποια βάρκα μια φορά με ψάρια φορτωμένη

πού χε μια πράσινη γραμμή και κόκκινα μπαλόνια

κι έκλαιγε μόνος ο ψαράς και μούσκευαν οι πόνοι

λένε για μια μικρή πληγή με της καρδιάς το σχήμα

που σκάλισε ο έρωτας φευγάτος καθώς ήταν

τώρα τη βλέπουν και σιωπούν οι ερωτευμένοι γρύλοι

λένε για φάρους σκοτεινούς

για σύννεφα που τρέχαν

για μιαν αράχνη που κεντά πολύ σαν είναι μόνη

λένε για εκείνα τα πουλιά πού ΄ρχονται μα δε μένουν

σα μια φωτιά που αποβραδίς στη μέση μιας παρέας

χάρισε ρόδινα κλειδιά, που ανοίγουν αναμνήσεις

λένε αυτά κι άλλα πολλά

δεν παύουν να μιλάνε

μουγκρίζουνε τα κύματα στις πράσινες βελόνες

κι ο αέρας δυναμώνει

σκορπίσανε τα μυστικά

τρομάξαν τα πουλάκια

καιρός να φύγουνε μακριά

καιρός πια να πετάξουν