Ἀρχεῖο ἐτικεττῶν | Τελέσιλλα

Ἐννέα Μοῦσαι γαῖα τέκεν

τοῦ Αντιπάτρου τοῦ Θεσσαλονικέως

Nine Muses

Τάσδε θεογλώσσους Ἑλικὼν ἔθρεψε γυναῖκας
ὕμνοις, καὶ Μακεδὼν Πιερίας σκόπελος,
Πρήξιλλαν, Μοιρώ, Ἀνύτης στόμα, θῆλυν Ὅμηρον,
Λεσβιάδων Σαπφὼ κόσμον ἐυπλοκάμων,
Ἤρινναν, Τελέσιλλαν ἀγακλέα, καὶ σέ, Κόριννα,
θοῦριν Ἀθηναίης ἀσπίδα μελψαμέναν,
Νοσσίδα θηλύγλωσσον, ἰδὲ γλυκυαχέα Μύρτιν,
πάσας ἀενάων ἐργάτιδας σελίδων.
Ἐννέα μὲν Μούσας μέγας Οὐρανός, ἐννέα δ᾽ αὐτὰς
γαῖα τέκεν, θνατοῖς ἄφθιτον εὐφροσύναν.

Εννέα Μούσες γέννησε η γη

του Αντίπατρου του Θεσσαλονικιού, νεοελληνική απόδοση Αγγελικής Ζαντέ

——–

Τέτοιες γυναίκες μ’ αθάνατη λαλιά, με ύμνους,

ανέθρεψε ο Ελικώνας κι η Μακεδονική της Πιερίας η κορφή,

την Πράξιλλα, την Μοιρώ,το στόμα της Ανύτης, γυναίκας σαν τον Όμηρο,

την Σαπφώ το κόσμημα των καλοχτενισμένων της Λέσβου γυναικών,

την Ήριννα, την ένδοξη Τελέσιλλα, κι εσέ την Κόριννα,

που τραγούδησες με την άρπα σου για την πολεμική της Αθηνάς ασπίδα,

την Νοσσίδα φωνή των γυναικών, να κι η Μύρτιδα που ηχεί γλυκά,

όλες εργάτριες αέναων σελίδων.

Εννέα οι Μούσες του Μέγα ουρανού, κι εννέα οι Μούσες που η γη τις γέννησε

(χαρίζοντας) στους θνητούς άφθαρτη ευφροσύνη.

Ματρί Θεῶν

τῆς ΤελέσιλλαςΤελέσιλλα

Ὧ Μνημόσυνας κόραι

Δευρ’ ἔλθετε ἀπ’ ὠρανῷ

καὶ μοὶ συναείσατε

τὰν ματέρα τῶν θεῶν,

ὡς ἧλε πλανωμένα

κατ’ ὤρεα και νάπας

σύρουσα ἀβρόταν κόμαν,

κατωρημένα φρένας.

Ὁ Ζεύς δ’ ἐσιδών ἄναξ

τάν Ματέρα τῶν θεῶν,

κεραυνόν ἔβαλλε καί

τά τύμπαν’ ἐλάμβανε,

πέτρας διέρρησε καί

τά τύμπαν’ ἐλάμβανε

Μάτηρ, ἄπιθ’ εἰς θεούς,

καί μή κατ’ ὄρη πλανῶ,

μή σέ χαροποί λέον-

τες ή πολιοί λύκοι

[έδωσι πλανωμέναν.]

καί οὐκ ἄπειμι εἰς θεούς,

ἄν μή τά μέρη λάβω,

τό μέν ἥμισυ οὐρανῷ,

τό δέ ἥμισυ Γαίας,

πόντω τό τρίτον μέρος˙

χούτως ἀπελεύσομαι,

χαῖρ’ ὦ μεγάλα άνασα

Μάτερ Ὀλύμπῳ.  

Στη Μητέρα των Θεών

της Τελέσιλλας, νεοελληνική απόδοση Αγγελικής Ζαντέ

Ω κόρες της Μνημοσύνης

ας έλθετε προς τα δω απ’ τον ουρανό

κι ας τραγουδήσετε μαζί μου

την μητέρα των θεών,

πως ήρθε περιπλανώμενη

στα όρη και στις πηγές

σύρουσα λαμπρή κόμη,

σαγηνευμενη απ΄τα βουνά.

Ο βασιλιάς ο Ζευς σαν είδε

την μητέρα των θεών

έριξε κεραυνό και

πήρε τα τύμπανα,

έσπασε τα βράχια

και πήρε τα τύμπανα.

Μητέρα, πήγαινε στους θεούς

και μη περιπλανιέσαι στα όρη,

μη και σε φαν οι άγριοι λέοντες

κι οι γκρίζοι λύκοι.

Δεν θα πάω στους θεούς

αν δεν πάρω μερίδια,

το μισό απ’ τον ουρανό,

τ’ άλλο μισό απ’ τη γη,

το τρίτο μέρος απ’ τον πόντο,

κι έτσι θ’ αποχωρήσω.

Χαίρε, μεγάλη βασίλισσα,

Μητέρα του Ολύμπου.